A pice of my art: "Λαϊκή Λιτόχωρου" (Ακρυλικά,50χ100)
Κάθε Δευτέρα έχουμε στη πόλη μας «λαϊκή».Η υπαίθρια αγορά μας , δεν είναι ένας συνήθης τόπος αγοραπωλησίας προϊόντων , είναι μια εβδομαδιαία ανάσα της κοινότητας. Μια μικρή γιορτή χωρίς μουσικούς, χωρίς σκηνή, χωρίς επίσημη αφορμή. Κάθε Δευτέρα ,το πλάτωμα με τα πεύκα στο τελείωμα του Πάρκου , δίπλα στα γήπεδα του τένις, γεμίζει σαν να ανοίγει ένα πανηγύρι που δεν χρειάζεται ανακοινώσεις.
Οι άνθρωποι κατεβαίνουν από τα σπίτια τους όχι για να αγοράσουν, αλλά για να συμμετάσχουν,ακριβώς όπως κατεβαίνει κανείς σε μια τελετή: με μια αίσθηση ότι κάτι θα συναντήσει, κάτι θα ειπωθεί, κάτι θα ξαναδεθεί. Η αγορά γίνεται ο τόπος όπου η κοινότητα θυμάται τον εαυτό της. Εκεί όπου οι φωνές των πωλητών μπλέκονται με τα γέλια, τα νέα, τις μικρές εξομολογήσεις της καθημερινότητας.
Η αγορά είναι μια σκηνή όπου ο καθένας φέρνει τον εαυτό του: τη φωνή του, το βλέμμα του, την ιστορία του, την ανάγκη του να ανήκει. Και μέσα σε αυτό το πλήθος, κανείς δεν είναι ξένος. Η κοινωνική συναναστροφή δεν είναι λειτουργία· είναι αναπνοή. Είναι το «καλημέρα» που λέγεται χωρίς σκέψη, το «τι κάνεις» που δεν είναι τυπικότητα αλλά νήμα που κρατάει την κοινότητα δεμένη.
Η αγορά μοιάζει με γιορτή γιατί έχει ρυθμό. Έχει μουσική , όχι από όργανα, αλλά από φωνές. Έχει χορό ,όχι από σώματα, αλλά από κινήσεις που διασταυρώνονται. Έχει τελετουργία , όχι από ιερείς, αλλά από γιαγιάδες που διαλέγουν χόρτα ,λαχανικά,φρούτα ,ψάρια ,ρούχα με την ακρίβεια μάντισσας.
Και η ύπαιθρος; Μπαίνει μέσα στην πόλη σαν επισκέπτης που όλοι περιμένουν. Τα φρούτα κουβαλούν το φως του πρωινού, τα χόρτα μυρίζουν χώμα, τα λουλούδια φέρνουν μαζί τους τον άνεμο των χωραφιών. Η αγορά γίνεται το σημείο όπου η φύση και ο άνθρωπος ξανασυναντιούνται χωρίς να το δηλώσουν.
Σε μια επαρχιακή κωμόπολη, η αγορά είναι το σημείο όπου η κοινότητα βλέπει τον εαυτό της. Εκεί συναντιούνται οι ηλικίες, οι τάξεις, οι ιστορίες. Εκεί διατηρείται η κοινωνική μνήμη: ο ίδιος πωλητής που ξέρει το όνομα της γιαγιάς σου, η ίδια γυναίκα που πάντα ζητάει «λίγο πιο φρέσκα», το ίδιο παιδί που μεγαλώνει από εβδομάδα σε εβδομάδα.
Μετά τα ψώνια μαζεύονται οι παρέες για καφέ στα πέριξ για ειδικότερη κουβεντούλα.
Η αγορά είναι ο τόπος όπου η κοινότητα επαναλαμβάνεται για να μην χαθεί.
Η λαϊκή αγορά είναι ένας χώρος όπου ο άνθρωπος ξαναβρίσκει την ανθρώπινη παρουσία. Εκεί όπου το βλέμμα συναντά άλλο βλέμμα. Εκεί όπου η φωνή απαντιέται. Εκεί όπου η μοναξιά υποχωρεί, όχι επειδή κάποιος μιλάει, αλλά επειδή κάποιος είναι εκεί.Η αγορά είναι μια μικρή ψυχολογική αγκαλιά της κοινότητας προς τον εαυτό της.
Η αγορά είναι ένας τόπος όπου το άτομο δεν χάνεται μέσα στο πλήθος, αντίθετα, αναγνωρίζεται μέσα σε αυτό. Είναι ένας χώρος όπου η ύπαρξη γίνεται κοινή, όπου ο χρόνος κυλάει κυκλικά, όπου η επανάληψη δεν είναι πλήξη αλλά ρίζωμα.Και είναι επίσης μια υπενθύμιση της φθαρτότητας: τα φρούτα που ωριμάζουν, τα λουλούδια που μαραίνονται, οι εποχές που αλλάζουν. Η αγορά είναι μια μικρή φιλοσοφική άσκηση πάνω στο εφήμερο.
Η λαϊκή αγορά είναι λογοτεχνία χωρίς να το ξέρει. Οι φωνές των πωλητών είναι διάλογοι. Τα χρώματα των πάγκων είναι περιγραφές. Οι κινήσεις των ανθρώπων είναι αφηγήσεις. Κάθε πάγκος είναι μια μικρή ιστορία, κάθε προϊόν ένα σύμβολο, κάθε συναλλαγή μια μικρή ανθρώπινη σκηνή.
Η αγορά είναι ένας τόπος όπου η καθημερινότητα γίνεται ποίηση χωρίς να χρειαστεί να την αγγίξει κανείς.
