19.2.26

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ...ποιήματα

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Ελάχιστοι μας διαβάζουν,
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ
Πολύ μ’ απασχολεί αυτό το κορίτσι
που ακούμπησε τ’ απόγεμα
το πρόσωπο στο τζάμι
και κάρφωσε το βλέμμα στον δρόμο
χωρίς να βλέπει,
και προσήλωσε την προσοχή στον δρόμο
χωρίς να προσέχει.

[Άτιτλη στιγμή]
Με μια καρδιά που άλλα της λες
κι άλλα καταλαβαίνει.

ΕΞΙΣΩΣΗ
Μπορεί κάποια φορά
νάχε μεγάλη διαφορά
μπορεί μια τέτοια εξίσωση νάταν γελοία
την εποχή που σπούδαζες στην Ιταλία
αγάπη και φιλοσοφία
Μα τώρα πια…
Μα τώρα πια…
Ποιος να σου τόλεγεν, αλήθεια, και να πίστευες
πως τα «προσόντα» σου θ’ αχρήστευες
σ’ αυτή τη Λευκωσία τους την ασήμαντη
την ξέβαθη λιμνούλα την ακύμαντη,
πως θάρχονταν μια μέρα που
-όπως είχες σκεφτή για τον παππού-
για εσένα που καυχόσουνα
να δείξης και να κάνης
θάταν πια το ίδιο στα εικοσιέξη σου
να ζης ή να πεθάνης.


ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑΜΕ
Κουραστήκαμε να φυτεύουμε ανόητα άνθη,
κουραστήκαμε να διεκδικούμε μηδαμινές καλωσύνες,
να κουμπώνουμε σακκάκια,
και να εκθέτουμε επιφάνειες
σ’ έναν κόσμο που το φως του
ικανοποιείται σ’ αυτές,
που σταματά σ’ αυτές
κι’ αντανακλάται μ’ ελαφρή καρδιά.
Αν πρόκειται να συνεχίσουμε
πρέπει ν΄ανασκαφούν όλα απ’ την αρχή,
πρέπει ν’ αλλάξη πολιτική ο ήλιος,
πρέπει να μη γυαλίζη πια
τα χρυσά κουμπιά των σακκακιών μας.

[Άτιτλη στιγμή]
Ποιος μας κομμάτιασε τη συνέχεια
ποιος μας τεμάχισε τις ώρες,
ποιος μας διέσπασε τις στιγμές;