20.1.26

Η αχαριστία της Μόσχας – Επίθεση στον Πρώτο του Γένους. Του Ιωάννη Φωτιάδη, Προέδρου της Ελληνομολδαβικής Ένωσης

Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα εξηγούνται και τίποτα δεν κατανοείται. Οι σχέσεις έγιναν συμβάσεις, τα πρόσωπα ρόλοι, η πολιτική ένα κακογραμμένο σίριαλ εξουσίας. Μέσα σε αυτήν τη γενικευμένη ασχήμια, η επίθεση της Ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου δεν είναι απλώς άλλη μία «είδηση». Είναι κάτι πολύ πιο άβολο. Ένα σύμπτωμα. Από εκείνα που δείχνουν ότι η αρρώστια έχει προχωρήσει βαθιά, εκεί όπου δεν φτάνουν πια ούτε τα προσχήματα.
Όταν αποκαλείς τον Οικουμενικό Πατριάρχη «Αντίχριστο», δεν ασκείς πολιτική κριτική. Διαπράττεις πνευματική ύβρη. Προσβάλλεις όχι μόνο ένα πρόσωπο, αλλά έναν θεσμό που επί αιώνες διακονεί την ενότητα, τη συνείδηση και την ελευθερία της Ορθοδοξίας. Είναι η στιγμή που η χυδαιότητα μεταμφιέζεται σε γεωπολιτική ανάλυση και ο φθόνος παριστάνει τη θεολογία. Και όταν, μαζί με όλα αυτά, παρελαύνουν θεωρίες περί CIA, Βρετανών πρακτόρων και σκοτεινών συνωμοσιών, γίνεται σαφές ότι δεν έχουμε να κάνουμε με Εκκλησία, αλλά με κακογραμμένο κατασκοπικό μυθιστόρημα.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο όμως δεν είναι μηχανισμός. Δεν είναι κράτος. Δεν είναι «παίκτης» σε σκακιέρα ισχύος. Είναι η Μητέρα Εκκλησία. Είναι μνήμη, σχέση και διακονία. Είναι η ζώσα υπενθύμιση ότι κάποτε η πίστη δεν ήταν εργαλείο, αλλά τρόπος ύπαρξης. Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο – ή μάλλον η τραγωδία. Εκείνοι που σήμερα το κατηγορούν είναι οι ίδιοι που του οφείλουν την ίδια τους την πνευματική γέννηση. Από την Κωνσταντινούπολη βαπτίστηκαν οι Ρως. Από το Φανάρι έμαθαν να γράφουν, να προσεύχονται, να οικοδομούν πολιτισμό. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τους χάρισε ταυτότητα και προσανατολισμό. Κι όμως, σήμερα συμπεριφέρονται σαν το παιδί που, μόλις μεγαλώσει, φτύνει τη μητέρα του για να αποδείξει ότι «ανεξαρτητοποιήθηκε».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, με τη θεολογική του συγκρότηση, το εκκλησιαστικό του ήθος και τη διεθνή του ακτινοβολία, ενσαρκώνει ακριβώς αυτό που ενοχλεί: μια Εκκλησία ελεύθερη, μη υποταγμένη σε κρατικές ή ιδεολογικές σκοπιμότητες. Με σταθερότητα, νηφαλιότητα και βαθιά συνείδηση της κανονικής τάξης, υπηρετεί την ενότητα της Ορθοδοξίας όχι ως εξουσία, αλλά ως σταυρική ευθύνη. Γι’ αυτό και το Φανάρι παραμένει σημείο αναφοράς παγκόσμιο, όχι λόγω ισχύος, αλλά λόγω αλήθειας.
Η ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία, αντίθετα, δεν πάσχει από έλλειψη πίστης. Πάσχει από εθισμό στην εξουσία. Υποτάχθηκε στο κράτος, έντυσε το Ευαγγέλιο με στολή παραλλαγής και βάφτισε τον εθνικισμό «Ορθοδοξία». Ο λεγόμενος «Ρωσικός Κόσμος» δεν είναι θεολογία. Είναι ιδεολογία. Ξένη προς το εκκλησιαστικό ήθος και ασύμβατη με την οικουμενικότητα της πίστης.
Υπάρχουν όμως στιγμές που αυτή η κρίση δεν αποτυπώνεται σε ανακοινώσεις ή δηλώσεις, αλλά βιώνεται ως προσωπική εμπειρία. Το διαπίστωσα κατά την επίσκεψή μου στο Ισραήλ, στην Ιερουσαλήμ. Ενώπιον μου, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος, αναφερόμενος στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, δεν χρησιμοποίησε ούτε το όνομά του ούτε τον θεσμικό του τίτλο. Τον αποκάλεσε απλώς: «ο άλλος… στην Κωνσταντινούπολη».
Η φράση αυτή, ειπωμένη σχεδόν αδιάφορα, ήταν αποκαλυπτική. Όχι για τον Οικουμενικό Πατριάρχη – το κύρος του δεν θίγεται από τέτοιες μικρότητες – αλλά για το πνευματικό μέγεθος εκείνων που δυσκολεύονται να αποδεχθούν την πρωτοκαθεδρία του Φαναρίου. Διότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν είναι «ο άλλος». Είναι ο Πρώτος του Γένους. Όχι ως αξίωμα κυριαρχίας, αλλά ως διακονία ενότητας. Ως θεματοφύλακας της κανονικής τάξης και της ιστορικής μνήμης της Ορθοδοξίας.
Και εμείς εδώ; Σιωπή. Μια σιωπή βολική, δειλή, ύποπτη. Στην Ελλάδα, όπου η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς πίστη αλλά βαθύ πολιτισμικό υπόστρωμα, τα κόμματα κάνουν πως δεν ακούν. Η Αριστερά, αναμενόμενα, αδιάφορη. Τα συντηρητικά κόμματα όμως; Εκείνα που αυτοπαρουσιάζονται ως θεματοφύλακες της παράδοσης; Και όσοι ύμνησαν τον Πούτιν ως προστάτη της Ορθοδοξίας; Γιατί τώρα σωπαίνουν; Όταν η Μόσχα επιτίθεται στον Πρώτο του Γένους, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι θέση. Και μάλιστα κακή.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απάντησε, όπως πάντοτε, με αξιοπρέπεια, νηφαλιότητα και πνευματικό μεγαλείο. Χωρίς κραυγές, χωρίς υστερίες. Αλλά εδώ δεν κρίνεται ένα πρόσωπο ή ένας θεσμός. Κρίνεται αν διατηρούμε μνήμη. Αν θυμόμαστε ποιοι είμαστε.
Η υπεράσπιση του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν είναι εθνικισμός. Είναι αυτογνωσία. Το Φανάρι παραμένει ενοχλητικό ακριβώς επειδή δεν υποτάσσεται. Επειδή επιμένει να θυμίζει ότι η Εκκλησία είναι κοινωνία προσώπων, όχι μηχανισμός ισχύος. Και ίσως αυτό ακριβώς φοβούνται. Γιατί χωρίς μνήμη δεν υπάρχει ευγνωμοσύνη. Και χωρίς ευγνωμοσύνη, η αχαριστία γίνεται ιδεολογία. Όμως η μνήμη – όταν επιμένει – παραμένει πάντα μια ήσυχη, αλλά επικίνδυνη πράξη αντίστασης.