6.2.23

Νικηφόρος Βρεττάκος, Ο «ποιητής του φωτός και της αγάπης»...

Νικηφόρος Βρεττάκος (Κροκεές, Λακωνία 1 Ιανουαρίου 1912 – Πλουμίτσα, Λακωνία 4 Αυγούστου 1991). Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές... Αλλά, υπήρξε και πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος.
Ο «ποιητής του φωτός και της αγάπης», όπως αποκλήθηκε, εξέφρασε με το έργο του το πανανθρώπινο όραμα της Ειρήνης και της Δικαιοσύνης.
Από τον επίλογο της ομιλίας του, κατά την επίσημη υποδοχή του Νικηφόρου Βρεττάκου στην Ακαδημία Αθηνών ( "9 Φεβρουαρίου 1988), "Ποιητικός λόγος και εθνική αλήθεια":
"...Υπάρχουν δυστυχώς εποχές που γίνεται κανείς απλοϊκός λέγοντας την αλήθεια. Κι είναι στ’ αλήθεια απλοϊκό, σε μια εποχή που κινδυνεύει να αναφλεγεί και να εξαφανιστεί ολόκληρο το μεγαλειώδες φαινόμενο της ζωής, να ζητάμε απ’ αυτή την απάνθρωπη ανευθυνότητα, σεβασμούς και ευθύνες. Κι αυτός είναι ένας λόγος περισσότερος, που επιβάλλει να συνέλθουμε εμείς, σαν φυσικοί κληρονόμοι που είμαστε, και να σκεφτούμε τι θα κάνουμε. Πως θα ανασυνθέσουμε τη φθαρμένη ελληνική μας ταυτότητα. Όλοι το γνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε μιαν ανανεωμένη εθνική παρουσία, έχοντας πάψει να λειτουργούμε πάνω στις ρίζες μας.
Το να γεννηθεί κανείς σ’ αυτή τη ζωή, είναι ευλογία. Το να γεννηθεί σ’ αυτό τον τόπο είναι διπλή ευλογία. Αλλά διπλό και το χρέος. Δεν πρέπει να πάψουμε να πιστεύουμε στη ρίζα μας. Και δεν πρέπει να θεωρούμε τολμηρή την ιδέα ότι, σε μια εποχή που ο άνθρωπος πάσχει ή αγωνία πάνω στον πλανήτη μας, η Ελλάδα ενδέχεται να μπορέσει να βοηθήσει και πάλι τον κόσμο με την πράξη ή με το λόγο της. Εθνικοί λόγοι, ανθρώπινοι λόγοι, θείοι λόγοι, επιβάλλουν να μην επιτρέψουμε να διαγραφεί από την διαρκώς συρρικνούμενη γλώσσα μας η λέξη «χρέος» με την ηθική έννοια του όρου που την εγγραφή της επιχειρώ απόψε, εις θέαν της πολιτείας, εις θέαν της εκκλησίας, εις θέαν των Πανεπιστημιακών μας, στην υψηλή προμετωπίδα αυτού του Ιδρύματος.
Κύριε Πρόεδρε της Ακαδημίας Αθηνών, Κύριοι συνάδελφοι, ευχαριστώ την ευγένειά σας για την εκλογή μου, που μου έδωσε σήμερα την ευκαιρία, από ένα βήμα όχι κοινό, να ειπώ τα λίγα αυτά λόγια."




ΑΝ ΣΟΥ ΛΕΙΨΩ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ
Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσης
ὡς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή,
Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτε
θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος- Ἔχω ζεσταμένο
στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο κι ἔχε τὸ νοῦ σου
στὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.


ΚΆΤΩ ΑΠΌ ΣΚΙΕΣ ΚΑΙ ΦΏΤΑ
Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-
κεῖνα τὰ χρόνια, μοῦ ῾χε ὁ Θεὸς
φυλάξει τὰ δέντρα. Ἦταν ἀστέρια στὸν οὐρανό...
Μπροστά μου ὁ Ταΰγετος στεκόταν ἀνέπαφος...
Ἦταν ὁ κόσμος τοῦτος τόσο ὄμορφος, ποὺ μπέρδευε εὔκολα
κανεὶς τὰ φαινόμενα...
Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-κεῖνα τὰ χρόνια,
δὲν πλανιότανε οὔτε ὑποψία κακῆς φωτιᾶς στὸν ὁρίζοντα.