17.10.22

Ένας άνθρωπος να μας κρατά το χέρι και να μας νοιάζεται. Αυτό είναι ευτυχία.

Ώρες – ώρες ξεχειλίζει η απαισιοδοξία. Βγάζω μια πηγαία γκρίνια, ακριβώς όπως τα μικρά παιδιά όταν τους παίρνουν τα παιχνίδια.
Τι μου πήραν εμένα;
Τα όνειρα, μου πήραν. 
Έχτισαν γύρω από τα όνειρά μου τεράστια τείχη. Έχτισαν θεόρατα τείχη και μου έκρυψαν τον ήλιο. Δεν βλέπω τον ήλιο πλέον..
Το μόνο που βλέπω είναι αδιέξοδα. 
Παντού αδιέξοδα. 
Αδιέξοδα όνειρα, αδιέξοδες σχέσεις, αδιέξοδοι άνθρωποι, αδιέξοδη ζωή.
Βουλιάζω και πνίγομαι και μέσα στην απογοήτευσή μου προσπαθώ ν’αγκαλιάσω όσο πιο στοργικά μπορώ τον κακοποιημένο μου εαυτό. Αλλά δεν μπορώ, δεν μπορώ άλλο..
Δεν μπορώ να του επιβάλλω να είναι καλά. Μπορώ μονάχα να διαχειριστώ την απελπισία, την κακή διάθεση αλλά μέχρι εκεί.

Θέλει κουράγιο, θέλει ψυχή να παριστάνεις πως είσαι καλά, σ’έναν κόσμο “χαλασμένο”.

Υπάρχουν στιγμές που νιώθω τον εαυτό μου, σαν ένα μικρό – μικρό διαμάντι που έχει καλυφθεί με λάσπη και περιμένει εκείνο το χέρι που θα αποτινάξει τη λάσπη από πάνω του και θα του προσφέρει πάλι το άσβεστο φως του. Θα το κάνει να φαίνεται πάλι πολύτιμος λίθος.

Περιμένει χρόνια εκείνο το χέρι.. αλλά το χέρι δεν εμφανίζεται και το χρόνια φεύγουν. 
Φεύγουν αδυσώπητα.
Η ειρωνεία σε όλο αυτό είναι πως, στα παιδικά μας τα χρόνια, τότε που μας κρατούσανε απ’το χέρι, ήμασταν όλο γκρίνια, φασαρία και κακό. Γκρινιάζαμε, κάναμε πίσω και τραβούσαμε και το χέρι μας μαζί. 
Απότομα κιόλας, απ’όσο θυμάμαι.

Τώρα όμως; 
Τώρα που θέλουμε πραγματικά ένα χέρι να μας πιάσει και να μας νοιαστεί λίγο, τώρα δεν βρίσκουμε άνθρωπο..
Πού πήγαν οι άνθρωποι; 
Πού πήγαν; 
Αλήθεια πού πήγαν;


Σάκης Χαλβαντζής. loveletters.gr