6.5.22

ΚΑΤΕΡΙΝΗ. ΛΕΝΑ ΔΙΒΑΝΗ: "Στη Διδώ Σωτηρίου βρήκα το φως που αναζητούσα τα ζοφερά χρόνια των απανωτών κρίσεων"- 20 ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Η ΛΕΝΑ ΔΙΒΑΝΗ έχει το χάρισμα να σε μαγνητίζει με το λόγο της και την αύρα που εκπέμπει. Την γνωρίζουμε είτε από το συγγραφικό της έργο είτε από τις επιθέσεις που έχει δεχτεί κατά καιρούς για σχόλια ή δηλώσεις της, απασχολώντας την επικαιρότητα. Τολμά και λέει τα πράγματα με το όνομά τους και αυτό ως είθισται στη χώρα της... δημοκρατίας, ενοχλεί!
Τη Λένα Διβάνη, ή τη μισείς ή τη θαυμάζεις. Εμείς τη θαυμάζουμε. Είναι μια ισχυρή προσωπικότητα που θέλεις να γνωρίσεις. 
Στην Κατερίνη βρέθηκε με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου της "Ονειρεύτηκα τη Διδώ"(Εκδόσεις Πατάκη).
Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έγραψε το βιβλίο υπογραμμίζοντας ότι "μέσα στον ζόφο των αλλεπάλληλων κρίσεων ένιωσε ξαφνικά την έντονη ανάγκη να ανασάνει λίγο φρέσκο αέρα, να αισιοδοξήσει. Αποφάσισε έτσι να ξαναζωντανέψει το ίνδαλμά της, τη Διδώ Σωτηρίου, έναν άνθρωπο που βρέθηκε στο κέντρο κάθε ελληνικής τραγωδίας, κρατώντας ανεξίτηλο το χαμόγελο της εκπέμποντας φως. Γι΄αυτό το φως, τη θετική ενέργεια, τη θειική αύρα που εκπέμπουν κάποιοι άνθρωποι, μίλησε η Λένα Διβάνη αναφερόμενη σε στιγμές, περιστατικά, γεγονότα, που σμίλεψαν την προσωπικότητα της Διδούς και χαρακτήρισαν την πορεία της, ώστε να αποτελεί το ίνδαλμά της. Την ονειρεύτηκε ολοζώντανη, ακαταπόνητη και γελαστή, όπως ήταν πάντα, να της διηγείται  τη ζωή της που ήταν αγρίως απίθανη...

Επιμέλεια:
Θεοχάρης Μπικηρόπουλος
Συγγραφέας -blogger





















Από τον πρόλογο του βιβλίου

Τα λαμπάκια του ψωραλέου χριστουγεννιάτικου δέντρου που στόλισα φέτος αναβοσβήνουν ματαίως – μόνο εγώ τα βλέπω. Απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 10 μ.μ. Βγαίνω στο μπαλκόνι και σχεδόν ακούω το καρδιοχτύπι της πόλης που έχει μουδιάσει απ’ τον φόβο. Ένας ιός βάλθηκε να μας ξεκάνει εδώ κι έναν χρόνο. Ή τάφος κανονικός ή τάφος συμβολικός, τρίτη επιλογή δεν έχει. Που πάει να πει αντίο, χαρά· αντίο, φιλιά, ταξίδια, χάδια, συναυλίες· αντίο, γλέντια μέχρι πρωίας.

“Αυτός ο χρόνος έκλεψε τη Διδώ από μέσα μου!” πήγα να φωνάξω σηκώνοντας το κεφάλι στον μαύρο ουρανό, αλλά η φωνή μου έπεσε από τον πέμπτο όροφο στο κενό. Γιατί, Διδώ μου, να σ’ το πω ανοιχτά, πάντα εσύ ήσουν για μένα το μέτρο της ζωής. Ποια άλλη διέσχισε όλον τον 20ό αιώνα ελαφροπατώντας πάνω από τα συντρίμμια κάθε καταστροφής; Ποια άλλη ήταν έτοιμη να τα δει όλα, να τα μάθει όλα, να τα πει όλα, να τα δοκιμάσει όλα, να τα τολμήσει όλα, κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει; Ποια άλλη θα έδινε χωρίς δεύτερη σκέψη χείρα βοηθείας και χαμόγελο αισιοδοξίας σε όλους τους αναγκεμένους της ζωής της; Αν ήμουν γλύπτρια, θα σου είχα στήσει άγαλμα έξω από το σπίτι μου, με το μπερέ σου και με τα όλα σου.

Αφού όμως γεννήθηκα παραμυθού, έβαλα αμέτι μουχαμέτι να πω την ιστορία της ζωής σου, αλλά όχι με τον συμβατικό τρόπο που γράφονται οι βιογραφίες. Πρώτα απ’ όλα εσύ η ίδια θα τη σκυλοβαριόσουνα. “Έλα, βρε χρυσό μου” θα μου ’λεγες, σαν να σε ακούω, “μέχρι εκεί φτάνεις; Χασμουριέμαι!”. Τηλεφώνησα στον Νίκο – ποιος θα σε ήξερε καλύτερα από το παιδί που μεγάλωσες; Ήρθε πρόθυμα, μου μίλησε πολύ, ώρες, κι όσο μιλούσε για σένα, ένα χαμογελάκι λιαζόταν συνεχώς στην άκρη του στόματός του. Δε μου έλυσε το πρόβλημα όμως. Μου το πολλαπλασίασε. Πώς να μιλήσω για σένα σαν να σε ήξερα από την καλή και την ανάποδη; Σα να ’μασταν φίλες και είχα χωθεί στο σαλονάκι σου στου Ζωγράφου, να μου ψιθυρίζεις τα μυστικά και τα φανερά σου μασουλώντας κρυφά απ’ την αδερφή σου γλυκά; Δύσκολο.

Να μη σ’ τα πολυλογώ, αυτή η τυράγνια κράτησε πάνω από τέσσερα χρόνια. Μέχρι που αγανάκτησες, Διδώ μου. Εσύ πάντα ήθελες να τελειώνει η δουλειά γρήγορα, όσο είναι ζεστή, να μην ξεθυμαίνει η φλόγα. Ήρθες λοιπόν στον ύπνο μου την παραμονή της πιο σκοτεινής Πρωτοχρονιάς και μου ’ριξες μια σπρωξιά. “Ξύπνα, βρε μπουνταλού” μου είπες. “Θα την πεις την ιστορία μου τελικά ή θα μας πεθάνεις στο περίμενε; Εγώ δηλαδή πεθαμένη είμαι, δεν έχω πρόβλημα, αλλά μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει, βρε αγάπη μου. Μόλις ξημερώσει, πάρε μολύβι κι άρχισε”. – “Ναι, αλλά πώς…” ψέλλισα εγώ στριμωγμένη. – “Τι πώς, καλέ; Απλά είναι τα πράγματα. Θα πεις την αλήθεια: Ονειρεύτηκα τη Διδώ. Είναι ωραίο και για τίτλος!” – “Και μετά;” – “Ε, μετά θα πιάσουμε την κουβέντα. Θα σ’ τα πω χαρτί και καλαμάρι, μην αγχώνεσαι. Αν δεν τους αρέσει, ρίχ’ το πάνω μου. Αυτό μου είπε, αυτό έγραψα, θα λες. Τα παράπονά σας στη Διδώ. Κι όποιος κοτάει ας έρθει να με βρει να μου τα πει”.