31.12.21

Αντώνης Αντωνάκος, "Στις καλαμιές"

ΕΚΕΙΝΗ ἡ αἴθουσα τῆς τρίτης γυμνασίου ἦταν σὰ θερμοκήπιο. Γεμάτη τζαμαρίες. Κάτι κουρτίνες σχισμένες κρέμονταν στὰ παράθυρα. Ὁ ἥλιος μᾶς χτυποῦσε γιὰ τὰ καλά, γύρω ἀπ’ τὸ κτίριο ὑψώνονταν λεῦκες μὲ ξεφλουδισμένους κορμούς. Τρυπημένες ἀπ’ τὰ σύρματα τῆς περίφραξης. Τὸ προαύλιο ἦταν γεμάτο πέτρες καὶ χαλίκια. Σὲ μίαν ἄκρη ὑπῆρχαν καμένα ξύλα. Τὸ βράδυ κάποιοι πηδοῦσαν τὸ φράχτη κι ἀνάβανε φωτιὲς γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε. Ἔξω ἀπ’ τὸ σχολεῖο ἦταν ἀκόμη χωράφια μὲ καπνά.
Θυμᾶμαι τὴ μέρα ποὺ ἦρθε ἀναστατωμένος ὁ διπλανός μου καὶ μᾶς ἀνακοίνωσε: «Τ’ ἀπόγευμα θὰ πᾶμε μὲ τὸν ξάδερφο στὸ μπουρδέλο, κάτω στὶς καλαμιές. Ὅποιος θέλει, ἀκολουθεῖ». Ξαφνικὰ ἀναψοκοκκινίσαμε ὅλοι. Ἀπὸ καιρὸ σιγόβραζε μέσα μας ἡ ἰδέα. Σ’ ἄλλους στὰ κρυφά, σ’ ἄλλους στὰ φανερά. Τώρα ὅμως ἐκδηλωθήκαμε. Κάποιοι ἄρχισαν νὰ καταστρώνουν σχέδια. Αὐτοὶ ποὺ ξεκοκαλίζανε τὶς τσόντες διηγοῦνταν στάσεις μὲ λεπτομέρειες.
Οἱ ἐρωτικές μας ἐμπειρίες ἦταν ἀκόμη φαντασιώσεις. Σκηνὲς τοῦ σινεμά. Γυναίκα γυμνὴ πρωτοείδαμε στὸν κινηματογράφο Ἄνεσις. Τσοντάδικο τότε στὴν ὁδὸ Χαρίλαου Τρικούπη. Ἦταν τὸ αὐνανιστήριο τῆς περιοχῆς. Κάθε Κυριακὴ σμίγανε ἐκεῖ τὰ παιδιὰ ἀπ’ τὰ συνεργεῖα, οἱ μαθητὲς καὶ οἱ φαντάροι τῆς ἀεροπορίας. Ἀκριβῶς δίπλα βρίσκονταν ἡ χριστιανικὴ ἕνωση. Τὰ χώριζε μιὰ μεσοτοιχία. Πολλὲς φορὲς ἡ τσόντα εἶχε συνοδεία χορωδίας ἀπ’ τὰ κοριτσάκια τοῦ κατηχητικοῦ.
Ἔτσι λοιπὸν ὁ καθένας ἄρχισε νὰ καταθέτει τὴν ἐμπειρία του. Βγάζαμε κραυγὲς πολέμου. Τὰ πρόσωπα μας ἄρχισαν νὰ λάμπουν.
Μονάχα ὁ Κώστας τοῦ τελευταίου θρανίου φαινόταν φοβισμένος. Ἦταν τὸ παπαδοπαίδι τῆς τάξης. Τὸν εἶχαν πάρει στὴν ἐνορία γιὰ νὰ βοηθάει στὶς δουλειές. Πολλὲς φορές, Σάββατο ἀπόγευμα, περνοῦσα ἀπ’ τὴν ἐκκλησία καὶ τοῦ ‘κανα παρέα. Ἔβλεπα τὴ σκιά του νὰ διαγράφεται στὸν θόλο τοῦ ἱεροῦ· τὰ σβησμένα κεριὰ στὰ μανουάλια· τὴν ἄχνα ἀπ’ τὸ λιβάνι, νὰ βγαίνει ἀργή, γαλάζια. Γύρω του τὰ ψωμιὰ κι ὁ ξεθωριασμένος τοῖχος. Οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων, τὰ ἑξαπτέρυγα.
Ἀπ’ τὸ μικρὸ παράθυρο ἔβλεπε τὰ κορίτσια νὰ τρέχουν ἀνάμεσα στ’ ἀγκά­θια. Κοιτοῦσε τὰ γυμνά τους πόδια. Τὰ μάτια του γίνονταν ὑγρά. Πάνω του ἔπεφτε ἕνα ὀμιχλῶδες φῶς.
Ἔβαζε τὸ χέρι του στὴν τσέπη καὶ χαμογελοῦσε. Σκεφτόταν κορίτσια νά ‘ρχονται στὸ μέρος του κι αὐτὸς νὰ σκύβει ἀδερφικά, νὰ τοὺς βγάλει τ’ ἀγκάθι ἀπὸ τὸ πόδι. Πάντα μ’ ἕνα βλέμμα ψυχρὸ καὶ λυπημένο.
Ἔτσι καὶ τώρα. Ἀκουμποῦσε μὲ τὴ ράχη τῆς καρέκλας στὸν τοῖχο. Μᾶς κοίταζε μὲ μιὰ ἀπέραντη θλίψη στὰ μάτια. Μὲ μιὰ κρυφὴ ταραχὴ χαραγμένη στὸ πρόσωπο.
Ἄρχισαν τότε τὰ πειράγματα. Μέσα στὸ μάθημα πηγαινοέρχονταν τὰ χαρτάκια: «Τὸν Κώστα θὰ τὸν πάρουμε γιὰ μάτι, θὰ πηγαίνει αὐτὸς μπροστὰ μὲ τὰ ἑξαπτέρυγα κι ἀπὸ πίσω ἐμεῖς καυλωμένοι» κι ἄλλα τέτοια. Ἔτσι πέρασε ὁλόκληρο ἐκεῖνο τὸν πρωινό. Κανεὶς δὲν πρόσεξε στὸ μάθημα.
Ὁ Κώστας προσπαθοῦσε νὰ κρύψει τὴν ἀμηχανία του. Τὸ μεσημέρι, λιγωμένος, πετάχτηκε πρῶτος ὅταν χτύπησε τὸ κουδούνι. Κατέβηκε γρήγορα τὶς σκάλες. Καβάλησε τὸ ποδήλατο καὶ χάθηκε. Κανείς μας δὲν τὸν ἀναζήτησε.
Πολλὲς φορὲς τὸν βλέπαμε νὰ τρώει ἕνα βραστὸ αὐγὸ ποῦ ‘χε τυλιγμένο σὲ ἀλουμινόχαρτο. Λέγανε ὅτι δὲ γνώρισε πατέρα. Ζοῦσε μὲ τὴ μάνα του. Δὲν εἶχε φίλους, παρέες. Περιφέρονταν μόνος στὰ διαλείμματα ἀνάμεσα στὶς σκόνες ποὺ ἄφηναν τ’ ἄλλα παιδιὰ ποὺ παῖζαν μὲ τὴν μπάλα.
Τ’ ἀπόγευμα δώσαμε ραντεβοὺ κοντὰ στὸν ἐθνικὸ δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ στάδιο. Λίγο πιὸ πέρα ἦταν τὸ ρέμα μὲ τὶς καλαμιές. Ἐκεῖ καὶ τὸ σπίτι τῆς πουτάνας.
Ἀναστατώσαμε τὰ σπίτια μας γιὰ νὰ βροῦμε λεφτά. Πολλοὶ ἀνοίξαμε καὶ τσάντες.
Μαζευτήκαμε τελικὰ πέντε ἄτομα. Κατηφορίσαμε ἀργὰ ἀπ’ τὴν κεντρικὴ πλατεία. Περάσαμε δίπλα ἀπ’ τὶς ἀποθῆκες τοῦ Παπαστράτου. Ἀπὸ μακριά, ἀκούσαμε τὴν μπάντα τοῦ Δήμου.
Οἱ περισσότεροι, φορούσαμε τὰ κυριακάτικα. Τὰ καινούργια παπούτσια ἀπ’ τὸ παζάρι, τὸ μαῦρο παντελόνι τῆς παρελάσεως καὶ λευκὸ πουκάμισο. Ἤμασταν φρεσκοξυρισμένοι, γεμάτοι οὐλὲς ἀπὸ τὸ κόψιμο. Μοιάζαμε μ’ ἕνα μικρὸ ἀνθρώπινο κοπάδι.
Ἀφοῦ φέραμε τρεῖς γύρους τὸ Ἐθνικὸ Στάδιο χωρὶς ν’ ἀνταλλάξουμε κουβέντα, στρίψαμε γιὰ τὶς καλαμιές.
Ὅσο περπατούσαμε στὸ χωματόδρομο περνοῦσαν ντάτσουν ἀγροτικὰ καὶ μηχανάκια. Οἱ περισσότεροι μᾶς πείραζαν. Ἐμεῖς, δῆθεν ἀδιάφοροι, περπατούσαμε μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι μὴν τύχει καὶ μᾶς δεῖ κάνας γνωστὸς καὶ μᾶς καρφώσει στὴ μάνα μας.
Ἄπο μακριά, εἴδαμε τὸ σπίτι. Ἦταν πνιγμένο στὶς καλαμιές. Ἕνα ἰσόγειο ἀσοβάτιστο, μὲ λευκὰ παράθυρα. Ἀπ’ ἔξω κάτι κότες τσιμπολογοῦσαν σπόρους.
Πλησιάσαμε φοβισμένοι. Ὁ ἕνας πίσω ἀπ’ τὸν ἄλλο σὰ νὰ περιμέναμε στὴν οὐρὰ γιὰ τυρόπιτα. Μιλούσαμε ψιθυριστά. Κοιτάζαμε τὸ ρολόι μας σὰ νὰ θέλαμε ν’ ἀναβάλουμε. Χαϊδεύαμε στὴν τσέπη μας τὰ λεφτά.
«Χτύπα τὸ κουδούνι ρέ!» φώναζε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, «χτύπα το!». Κανεὶς ὅμως δὲν τ’ ἀποφάσιζε.
Κοιταζόμασταν σὰν πεινασμένα σκυλιά. Εἴχαμε φτάσει πάνω ἀπ’ τὸ κόκαλο καὶ τὸ κοιτάζαμε.
Κάποια στιγμὴ τ’ ἀποφάσισα. Ἔβαλα τὸ δάχτυλο στὸ κουδούνι. Τὸ πάτησα. Πρόσεξα πὼς δίπλα ὑπῆρχε ζωγραφισμένη μιὰ ξεθωριασμένη καρδιά, τρυπημένη μὲ μαῦρο βέλος.
Περιμέναμε χωρὶς νὰ καταπιοῦμε. Εἶχε ξεραθεῖ τὸ στόμα μας. Ἡ πόρτα ἄρχισε ν’ ἄνοιγει. Ἔτριζε. Ἔβρισκε στὸ πάτωμα καθὼς ἄνοιγε.
Μπροστά μας στεκότανε ὁ Κώστας. Ἀκίνητος σὰ νὰ τὸν σημαδεύανε μὲ περίστροφο. Μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα γύρισε καὶ μᾶς εἶπε: «Περάστε, ἕνας ἕνας ὅμως. Σκουπίστε καὶ τὰ πόδια σας μὴ μᾶς λερώσετε τὸ χαλί».









Από τη συλλογή διηγημάτων «Αγριοβατόμουρα πικρά», εκδ. Αδέσποτος σκύλος, 2012