Η επιχείρηση, που έμεινε γνωστή με την κωδική ονομασία «Αττίλας», αποτέλεσε την αρχή μιας στρατιωτικής σύγκρουσης που άφησε νεκρούς, αγνοουμένους και εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους, οδηγώντας στη διαίρεση του νησιού.
Η εισβολή εκδηλώθηκε πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου εναντίον του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Η Εθνική Φρουρά, καθοδηγούμενη από Έλληνες αξιωματικούς και με την υποστήριξη της δικτατορίας της Αθήνας, ανέτρεψε τον Μακάριο και τοποθέτησε στην προεδρία τον Νίκο Σαμψών, με πολιτικό στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Η απόβαση στην Κερύνεια
Η τουρκική επίθεση άρχισε με αεροπορικούς βομβαρδισμούς, ρίψεις αλεξιπτωτιστών και απόβαση στρατευμάτων και τεθωρακισμένων στην περιοχή της Κερύνειας. Παρά τις μάχες με την Κυπριακή Εθνική Φρουρά και την Ελληνική Δύναμη Κύπρου, οι τουρκικές δυνάμεις δημιούργησαν προγεφύρωμα και κατόρθωσαν να συνδέσουν την ακτή με τουρκοκυπριακούς θύλακες γύρω από τη Λευκωσία.
Η Άγκυρα υποστήριξε ότι επενέβη ως εγγυήτρια δύναμη, επικαλούμενη τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 και την ανάγκη αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης και προστασίας των Τουρκοκυπρίων. Η Τουρκία εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την επιχείρηση «ειρηνευτική επέμβαση».
Την ίδια ημέρα, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε ομόφωνα το ψήφισμα 353, ζητώντας άμεση κατάπαυση του πυρός, τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης και αποχώρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που δεν βρισκόταν στο νησί βάσει διεθνών συμφωνιών.
Η εισβολή εκδηλώθηκε πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου εναντίον του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Η Εθνική Φρουρά, καθοδηγούμενη από Έλληνες αξιωματικούς και με την υποστήριξη της δικτατορίας της Αθήνας, ανέτρεψε τον Μακάριο και τοποθέτησε στην προεδρία τον Νίκο Σαμψών, με πολιτικό στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Η απόβαση στην Κερύνεια

Η τουρκική επίθεση άρχισε με αεροπορικούς βομβαρδισμούς, ρίψεις αλεξιπτωτιστών και απόβαση στρατευμάτων και τεθωρακισμένων στην περιοχή της Κερύνειας. Παρά τις μάχες με την Κυπριακή Εθνική Φρουρά και την Ελληνική Δύναμη Κύπρου, οι τουρκικές δυνάμεις δημιούργησαν προγεφύρωμα και κατόρθωσαν να συνδέσουν την ακτή με τουρκοκυπριακούς θύλακες γύρω από τη Λευκωσία.
Η Άγκυρα υποστήριξε ότι επενέβη ως εγγυήτρια δύναμη, επικαλούμενη τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 και την ανάγκη αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης και προστασίας των Τουρκοκυπρίων. Η Τουρκία εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την επιχείρηση «ειρηνευτική επέμβαση».
Την ίδια ημέρα, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε ομόφωνα το ψήφισμα 353, ζητώντας άμεση κατάπαυση του πυρός, τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης και αποχώρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που δεν βρισκόταν στο νησί βάσει διεθνών συμφωνιών.
Η δεύτερη επίθεση και η διχοτόμηση
Η πρώτη κατάπαυση του πυρός συμφωνήθηκε στις 22 Ιουλίου, χωρίς όμως να σταματήσουν πλήρως οι συγκρούσεις και οι μετακινήσεις στρατευμάτων. Οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν στη Γενεύη δεν οδήγησαν σε συμφωνία.

Στις 14 Αυγούστου η Τουρκία εξαπέλυσε τη δεύτερη και μεγαλύτερη φάση της επιχείρησης. Μέχρι την τελική εκεχειρία, στις 16 Αυγούστου, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους περίπου το 37% της κυπριακής επικράτειας, περιλαμβανομένων της Κερύνειας, της Μόρφου και της Αμμοχώστου. Οι γραμμές στις οποίες σταμάτησαν οι αντίπαλες δυνάμεις αποτέλεσαν τα όρια της νεκρής ζώνης που επιτηρεί έκτοτε η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ.
Η κυπριακή κρίση επιτάχυνε παράλληλα την κατάρρευση της δικτατορίας στην Ελλάδα. Στις 23 Ιουλίου το στρατιωτικό καθεστώς κατέρρευσε και ακολούθησε η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Νεκροί, αγνοούμενοι και εκτοπισμένοι
Οι πολεμικές επιχειρήσεις και οι βιαιοπραγίες άφησαν νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους και στις δύο κοινότητες. Περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν ή χρειάστηκαν επείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια μετά τα γεγονότα του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Η μεγάλη πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων κατοίκων του βορρά εγκατέλειψε τα σπίτια της, ενώ δεκάδες χιλιάδες Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν προς το βόρειο τμήμα του νησιού.
Το ζήτημα των αγνοουμένων παραμένει μία από τις βαθύτερες ανθρωπιστικές πληγές. Η Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων εργάζεται πάνω σε επίσημο κατάλογο 2.002 Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που εξαφανίστηκαν κατά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963-1964 και τα γεγονότα του 1974, αναζητώντας, ταυτοποιώντας και παραδίδοντας τα λείψανα στις οικογένειές τους.
Μια πληγή που παραμένει ανοιχτή
Το 1983, η τουρκοκυπριακή διοίκηση ανακήρυξε μονομερώς την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», η οποία αναγνωρίζεται διεθνώς μόνο από την Τουρκία. Με το ψήφισμα 541, το Συμβούλιο Ασφαλείας χαρακτήρισε την ανακήρυξη νομικά άκυρη και κάλεσε τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το αποσχιστικό μόρφωμα.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι η Τουρκία ασκεί «αποτελεσματικό συνολικό έλεγχο» στο βόρειο τμήμα της Κύπρου μέσω της στρατιωτικής παρουσίας της και, κατά συνέπεια, φέρει ευθύνη για παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην περιοχή.
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη από μια νεκρή ζώνη μήκους περίπου 180 χιλιομέτρων, η οποία περνά ακόμη και μέσα από τη Λευκωσία. Για τον κυπριακό και τον ευρύτερο ελληνισμό, η 20ή Ιουλίου αποτελεί ημέρα μνήμης και πένθους: την επέτειο μιας εισβολής που άλλαξε βίαια τον χάρτη, εκτόπισε πληθυσμούς και άφησε ένα πολιτικό και ανθρωπιστικό πρόβλημα που δεν έχει ακόμη επιλυθεί.
