16.8.26

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο είναι η εκδοχή της ιστορίας που δίνει φωνή στους «ηττημένους»

Το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο δεν χωράει σε ταξινομήσεις, καθώς συνδυάζει τη λογοτεχνία με το ιστορικό και πολιτικό δοκίμιο, τη δημοσιογραφική ανάλυση
με τη μυθοπλασία, τη μαρτυρία με το σχολιασμό. Ένα ταξίδι στην μνήμη, στην ιστορία και στην πραγματικότητα της Λατινικής Αμερικής. Μιλάει για τους αυτόχθονες και τους μύθους τους. Για το ποδόσφαιρο. Για την πολιτικοκοινωνική κατάσταση και τις αιτίες της. Για τη λογοτεχνία και τη γλώσσα. Για τους εφιάλτες, για τα όνειρα, αλλά και για τις ελπίδες μιας ολόκληρης ηπείρου. Τα βιβλία του επανεκδόθηκαν πρόσφατα στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Ισμήνης Κανσή. Σε συνέντευξή του στη Voria.gr ο Κώστας Αθανασίου, που έγραψε προλόγους και επίμετρα σε αυτές τις νέες εκδόσεις, επιχειρεί να εξηγήσει τη δύναμη και την γοητεία ενός συγγραφέα, που έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες.

Image



Κύριε Αθανασίου τι κάνει τα βιβλία του Εντουάρντο Γκαλεάνο διαχρονικά;

Πρώτα απ’ όλα ότι τα ζητήματα που πραγματεύεται στα βιβλία του ο Γκαλεάνο είναι διαχρονικά και δίνουν στο έργο του μια διαρκή επικαιρότητα. Το συγγραφικό εγχείρημα που υλοποιεί σχεδόν σε όλο το έργο του ο Εδουάρδο Γκαλεάνο –να ξαναδιαβάσει και να αφηγηθεί εκ νέου την ιστορία, αλλά από τη σκοπιά των «από κάτω», φωτίζοντας πολλά πράγματα που η «επίσημη ιστορία» πολλές φορές έχει αποσιωπήσει ή διαστρεβλώσει– αποκτά ιδιαίτερο ειδικό βάρος, ειδικά σε μια εποχή σαν τη δική μας που ξεπροβάλλουν διάφορα αναθεωρητικά ρεύματα της ιστορίας.
Και βέβαια αυτό το κάνει πάντα με τα όπλα μιας ξεχωριστής, πολύ ιδιαίτερης λογοτεχνικής πρότασης. Και αυτό είναι το άλλο στοιχείο που κάνει τα βιβλία του Γκαλεάνο να αντέχουν στον χρόνο: η λογοτεχνική γραφή του, αυτό το γνώριμο, θραυσματικό ύφος με το οποίο ο Γκαλεάνο αφηγείται τις ιστορίες του.


Η θεματολογία, οι ιδέες ή ο τρόπος γραφής του Γκαλεάνο έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα για τους αναγνώστες;

Δεν ξέρω αν χρειάζεται να μπει κανείς σε ένα τέτοιο δίλημμα. Είναι ολοφάνερο, νομίζω, πως όλα αυτά μαζί, τα θέματα, οι απόψεις, το ύφος της γραφής, έχουν όλα το ίδιο ειδικό βάρος στη σύνθεση αυτών των τόσο ιδιαίτερων κειμένων. Ο Γκαλεάνο, με λόγο απλό και περιεκτικό (ο ίδιος θυμίζει τη συνάντησή του με κάποιον αναγνώστη, που του είχε πει: «πόσο δύσκολο θα πρέπει να είναι να γράφεις τόσο απλά»), πολύ συχνά με χιούμορ ή με πικρή ειρωνεία, με τρόπο πολλές φορές ποιητικό, χωρίς διδακτισμούς και βαρύγδουπο ύφος, δημιουργεί ένα ψηφιδωτό από αφηγήσεις που συνθέτουν αυτή την εναλλακτική εκδοχή της ιστορίας που θέλει να διηγηθεί και στην οποία πιστεύω πως όλα τα στοιχεία της αφήγησης είναι εξίσου σημαντικά.

Image



Ποιο από τα βιβλία του θεωρείτε το πλέον χαρακτηριστικό της συγγραφικής του ταυτότητας και γιατί;

Σε ένα τέτοιο έργο, όπου πολλές φορές το ένα βιβλίο συμπληρώνει ή συνομιλεί με κάποιο άλλο, δεν νομίζω πως είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς κάποιο από τα βιβλία του.
Παρ’ όλα αυτά, θα έλεγα ότι η «Μνήμη της φωτιάς», που έτσι κι αλλιώς αναφέρεται συνήθως ως το κορυφαίο έργο του, είναι ένα βιβλίο που ξεχωρίζει: είναι ένα μεγάλης εμβέλειας εγχείρημα, καθώς σε αυτό ο Γκαλεάνο ανασυνθέτει μια συλλογική μνήμη για ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο, από την «αρχή», από τους αρχέγονους μύθους των αυτοχθόνων, μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Ο ίδιος αποκαλεί το βιβλίο αυτό μια συνομιλία «με τη μνήμη της Αμερικής», εννοώντας πάντα ολόκληρη την ήπειρο, από το βόρειο άκρο της στον Καναδά μέχρι την Παταγονία και τη Γη του Πυρός.
Για αντίστοιχους λόγους, νομίζω πως είναι πολύ σημαντικό έργο του και οι Καθρέφτες, αυτή η «σχεδόν παγκόσμια ιστορία», όπως είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου. Σε αυτό το βιβλίο ο Γκαλεάνο ανοίγει τον φακό του, υπερβαίνει την αμερικανική ήπειρο και ξαναδιαβάζει με τον τρόπο του την ιστορία ολόκληρου του πλανήτη.

Ποιο είναι το κοινό νήμα που συνδέει τα βιβλία του Γκαλεάνο είτε μιλούν για την ιστορία, είτε για τις γυναίκες, είτε για το ποδόσφαιρο, είτε για οτιδήποτε άλλο;

Το κοινό νήμα στο έργο του είναι αυτός ο διαρκής διάλογος με τη μνήμη και την ιστορία. Ο Γκαλεάνο δίνει φωνή στους «ηττημένους» και σε αυτούς και αυτές που η επίσημη ιστορία συνήθως αποσιωπά. Φωτίζει τα γεγονότα με τρόπο διαφορετικό και αναδεικνύει πράγματα που μένουν στο σκοτάδι, που έχουν αξιολογηθεί υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα, που έχουν διαστρεβλωθεί.
Έτσι, με τον δικό του, λογοτεχνικό, τρόπο, συνθέτει μια νέα πολιτική και κοινωνική ιστορία, μια ιστορία όμως, εναλλακτική, διαφορετική από εκείνη που γράφουν οι «νικητές», λέγοντας όμως ταυτόχρονα ότι οι νικητές δεν είναι αιώνιοι, δεν είναι για πάντα, ότι υπάρχει ελπίδα πως τα πράγματα αλλάζουν.
Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό το έργο δεν μπορεί εύκολα να καταταχθεί σε κάποιο είδος. Δεν έχει δηλαδή νόημα να αναρωτηθεί κανείς αν είναι δοκίμιο, αν είναι μαρτυρία, αν είναι χρονικό ή μυθοπλασία. Άλλωστε και ο ίδιος ο Γκαλέανο έχει μιλήσει για την αντιπάθειά του για τις ταξινομήσεις της λογοτεχνίας: «Δεν πιστεύω στα σύνορα που, σύμφωνα με τους τελωνοφύλακες της λογοτεχνίας, καθορίζουν τα είδη», έχει πει.

Από την αποδοχή των βιβλίων του στην χώρα μας φαίνεται ότι ο Γκαλεάνο ταιριάζει στους Έλληνες. Τι μας συνδέει μαζί του; Μήπως η γοητεία της λατινοαμερικάνικης κουλτούρας;

Θα μου επιτρέψετε να σημειώσω ότι τα βιβλία του Γκαλεάνο έχουν μεταφραστεί σε πάνω από είκοσι γλώσσες, έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο, και γενικά ο Γκαλεάνο θεωρείται ένας από τους θεμελιώδεις συγγραφείς για τη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής, όντας ένας συγγραφέας παγκόσμιας εμβέλειας.
Από την άλλη, είναι αλήθεια νομίζω ότι στην Ελλάδα υπάρχει ένα σταθερό κοινό για την ισπανόφωνη λογοτεχνία, γενικά, και ειδικότερα για τη λογοτεχνία που έρχεται από τη Λατινική Αμερική, για πολλούς λόγους, για λόγους λογοτεχνικούς (πιστεύω, και χωρίς να θέλω να κάνω γενικεύσεις που πάντα έχουν κινδύνους και παγίδες, ότι τα τελευταία χρόνια η λογοτεχνία αυτή είναι μια εξαιρετικά δημιουργική λογοτεχνία), για λόγους ιστορικούς κ.λπ.
Κομμάτι αυτής της λογοτεχνίας, το έργο του Γκαλεάνο έχει πράγματι κι αυτό πολύ μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω εν συντομία παραπάνω. Πολλά βιβλία του κυκλοφορούν εδώ και πολλά χρόνια, επανεκδίδονται, όπως συμβαίνει και τώρα κ.λπ., κάνοντας τον Γκαλεάνο, νομίζω, έναν από τους πιο αγαπητούς ισπανόφωνους λογοτέχνες στην Ελλάδα.
Image

Έχετε γράψει προλόγους και επίμετρα στις νέες εκδόσεις των βιβλίων του Γκαλεάνο στην Ελλάδα. Ποιοι είναι οι στόχοι σας με αυτά τα κείμενα; Τι θέλετε να φωτίσετε;

Νομίζω πως είναι πολύ σημαντική η επανέκδοση των βιβλίων του Γκαλεάνο, το έργο του είναι ένα έργο που πιστεύω πως πρέπει να βρίσκεται πάντα διαθέσιμο και να μπορούν έτσι να το γνωρίζουν και νεότερες γενιές αναγνωστών και αναγνωστριών.
Στα κείμενα που συνοδεύουν τις νέες εκδόσεις (πρόλογοι, επίμετρο) προσπαθώ να φωτίσω κάποιες πλευρές του έργου του Γκαλεάνο και να το εντάξω στο γενικότερο πλαίσιο στο οποίο αυτό το έργο έχει γραφτεί. Νομίζω πως είναι σημαντικό να αναδειχθεί βεβαίως η πολιτική διάσταση του έργου του Γκαλεάνο (αν και έχει μιλήσει και ο ίδιος για το πώς βλέπει αυτή την πολιτική διάσταση στα βιβλία του), εξίσου σημαντικό όμως πιστεύω πως είναι να συζητηθεί και η λογοτεχνική πλευρά του έργου του.

Αν εσείς διαλέγατε ένα από τα βιβλία του Γκαλεάνο ποιο θα ήταν και γιατί;

Όπως ανέφερα παραπάνω, κάποια βιβλία όπως η «Μνήμη της φωτιάς» είναι θεμελιώδη για να γνωρίσει κανείς το έργο του Γκαλεάνο και να αντιληφθεί στις πραγματικές του διαστάσεις το συνολικό συγγραφικό εγχείρημά του.
Πέρα από αυτά τα θεμελιώδη βιβλία, αγαπώ ιδιαίτερα και το «Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου», ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό όπου, όπως λέει στην αρχή ο ίδιος ο συγγραφέας, «όλα όσα εξιστορούνται σε αυτό το βιβλίο έχουν συμβεί. Ο συγγραφέας τα μεταφέρει ακριβώς όπως τα διαφύλαξε η μνήμη του». Είναι ένα βιβλίο όπου η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Γκαλεάνο «ξεκλειδώνει» στα μάτια του αναγνώστη και της αναγνώστριας πολλές πλευρές αυτού του σπουδαίου συγγραφέα.
Image


πηγη https://www.voria.gr