7.2.26

Ανοίγει Έδρα Ελληνικής Γλώσσας στην Ουγγαρία με πρωτοβουλία της ομογένειας

Έδρα Ελληνικής Γλώσσας θα λειτουργήσει από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο στο πανεπιστήμιο ELTE της Βουδαπέστης με πρωτοβουλία της ελληνικής ομογένειας της Ουγγαρίας.

Η πρωτοβουλία των Ελλήνων της Ουγγαρίας έχει στόχο να υποστηριχθεί η λειτουργία των ελληνικών σχολείων με επαρκές προσωπικό, ώστε να συνεχιστεί η διδασκαλία των ελληνικών και στις επόμενες γενιές.


Για τις προσπάθειες της ομογένειας να διατηρήσει ζωντανή την ελληνική γλώσσα και τις ελληνικές παραδόσεις, αλλά και για τα παράπονα που έχει από την ελληνική Πολιτεία, μίλησε στη Voria.gr ο βουλευτής της ελληνικής εθνότητας στο ουγγρικό κοινοβούλιο, Λαοκράτης Κοράνης.



Η ελληνική ομογένεια, που αριθμεί σήμερα περίπου 6.300 μέλη, είναι μία από τις συνολικά 13 εθνότητες που έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ουγγαρίας. Με βάση τον πληθυσμό της και ειδικότερα του μαθητικού δυναμικού της, λαμβάνει κάθε χρόνο από το ουγγρικό κράτος 4 με 4,5 εκατομμύρια ευρώ για κρατική εκπαίδευση, που διατίθενται για εκπαιδευτικούς και τον εξοπλισμό των σχολείων. Σε όλη τη χώρα λειτουργεί ένα μειονοτικό σχολείο, στο χωριό που φέρει το όνομα του Νίκου Μπελογιάννη (κεντρική φωτογραφία) και ένα ελληνικό στη Βουδαπέστη που έχει δώδεκα παραρτήματα στην επικράτεια, τα οποία, όμως, σπάνια στελεχώνονται επαρκώς.

«Στην καρδιά της Ουγγαρίας -ή μάλλον στην καρδιά της Ευρώπης- υπάρχει ένα και μοναδικό χωριό, το οποίο έχει και το όνομα και τη χάρη να είναι ελληνικό. Το χωριό λέγεται του Νίκου Μπελογιάννη και βρίσκεται ακριβώς 48 χιλιόμετρα από τη Βουδαπέστη. Δημιουργήθηκε από τους Έλληνες που βρέθηκαν στην Ουγγαρία στην αναγκαστική προσφυγιά μετά τον εμφύλιο. Ήμασταν τότε περίπου 10.000 Έλληνες κατά το πλείστον παιδιά, όπως εγώ, που γεννηθήκαμε στην Ελλάδα και περάσαμε τα σύνορα με ένα καράβι κάνοντας… τον γύρο του κόσμου για να φτάσουμε στην Ουγγαρία. Κατά την δική μου προεδρία στα όργανα της ομογένειας, καταφέραμε το σχολείο αυτό να το κάνουμε δίγλωσσο, όπου και τα παιδιά που δεν είναι της ομογένειας υποχρεωτικά κάνουν και ελληνικά. Υπάρχουν κι άλλα σχολεία συμπληρωματικά, όπου τα παιδιά πηγαίνουν και μαθαίνουν ελληνικά. Στη Βουδαπέστη το σχολείο λέγεται Μανώλης Γλέζος κι έχει 12 παραρτήματα σε όλη την Ουγγαρία. Το ελληνικό κράτος βοηθά στην εκπαίδευση, στέλνει δασκάλους αποσπασμένους πότε τέσσερις, πότε πέντε, πότε οχτώ. Τώρα έχουμε έντεκα, εκ των οποίων οι τέσσερις στο Μπελογιάννη και οι υπόλοιποι διακορπισμένοι, όμως δεν φτάνουν», τόνισε ο κ. Κοράνης.




Γλώσσα, θέατρο και κέντρο πολιτισμού

Η ανεπάρκεια εκπαιδευτικών για τη στελέχωση των σχολείων ήταν αυτή που γέννησε την ιδέα για τη δημιουργία Έδρας Ελληνικών Σπουδών, για την οποία η οργάνωση της ομογένειας αξιοποίησε το πρόγραμμα «Διαδικασία της Μπολόνια» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην προσπάθειά της αυτή, σύμφωνα με τον κ. Κοράνη, δεν βρήκε συμπαράσταση από την ελληνική Πολιτεία, αλλά από το ουγγρικό κράτος.

«Δυσκολευτήκαμε πάρα πολύ. Μόνο εγώ για τουλάχιστον δέκα χρόνια επισκέφθηκα σχεδόν όλους τους υπουργούς Παιδείας και Θρησκευμάτων, κάποιοι από τους οποίους το δέχτηκαν, αλλά δεν έγινε τίποτα. Τελικά με χίλια ζόρια με πάρα πολύ τρέξιμο ο νυν υπουργός πολιτισμού της Ουγγαρίας μας έδωσε 50.000 ευρώ για να προσλάβουμε έναν ακόμα καθηγητή με διδακτορικό, ώστε να έχουμε δύο, όπως προβλέπει ο νόμος. Αυτά τα χρήματα θα τα παίρνει κάθε χρόνο η έδρα για να λειτουργεί και οι φουρνιές που θα βγαίνουν θα είναι δικά μας παιδιά, τα οποία μετά θα συνεχίσουν την εκπαίδευση στα σχολεία μας. Γιατί σήμερα η Ελλάδα έχει κάποια οικονομική δυνατότητα και στέλνει καθηγητές, όμως στην περίοδο της κρίσης από τους οχτώ έμεινε ένας. Παράλληλα, θέλουμε να δώσουμε και προοπτική σε αυτούς που θέλουν να ασχοληθούν με την ελληνική γλώσσα για να βρουν εργασία», σημείωσε, προσθέτοντας ότι τα μαθήματα θα μπορέσουν να τα παρακολουθήσουν και Ούγγροι, οι οποίοι ενδιαφέρονται πρωτίστως για την ελληνική κουλτούρα, αλλά και τη γλώσσα.

Πέρα από τη διασφάλιση της επαρκούς εκπαίδευσης των νέων, βασικός στόχος της έδρας είναι η διατήρηση της ιστορίας και των παραδόσεων της Ελλάδας στις επόμενες γενιές ομογενών. «Την εποχή που οργανώθηκε το χωριό το 1950, ήταν όλοι Έλληνες, αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, οι οποίοι βρήκαν καταφύγιο εδώ. Όσοι είχαν βγάλει την Στ΄ δημοτικού άφησαν τα όπλα και πήραν την κιμωλία και μας μάθανε να μιλούμε τη γλώσσα. Έτσι κι εμείς σήμερα φροντίζουμε για την εκπαίδευση των παιδιών μας, όχι μόνο για την ελληνομάθεια, αλλά για την πατριδογνωσία, για τη δική μας την ιστορία, πώς βρεθήκαν εδώ οι παππούδες τους, οι γονείς τους. Επίσης, με την οικονομική βοήθεια του ουγγρικού κράτους ξεκίνησε και η εκπαίδευση σε κάθε ομογένεια για όσους θέλουν να σπουδάσουν και να γίνουν ηθοποιοί. Εμείς έχουμε στόχο να κάνουμε ένα θέατρο στην ελληνική γλώσσα. Έχουμε κάποια παιδιά τα οποία ασχολούνται ερασιτεχνικά, αλλά αυτό θέλουμε να το κατοχυρώσουμε και το ουγγρικό κράτος μας βοηθάει και σε αυτό», τόνισε.

Οι ομογενείς προσπαθούν εδώ και πολλά χρόνια να ολοκληρώσουν το κέντρο πολιτισμού που δημιούργησαν σε ένα παλιό σινεμά εκμεταλλευόμενοι κρατικά ομόλογα που τους έδωσε το 2009 το κράτος, ωστόσο ούτε και σε αυτό το θέμα, όπως ανέφερε ο κ. Κοράνης, δεν είχαν τη συμπαράσταση του ελληνικού κράτους. «Το φτιάξαμε σε μεγάλο βαθμό και ακόμα το έχουμε κλειστό, εκτός από το προαύλιο, γιατί ακόμα μας λείπει εξοπλισμός. Εδώ και χρόνια ζητάω χρήματα από την ελληνικό κράτος, αλλά δεν πήραμε ούτε ένα ευρώ. Την ίδια στιγμή, η Βουλγαρία, η ομογένεια του πιο φτωχού κράτους, έκανε κέντρο και τα μισά χρήματα τα έδωσε η Προεδρία της Δημοκρατίας», υπογράμμισε.

Η ανοιχτή πληγή και ο παραλογισμός της υπηκοότητας

Αυτό, όμως, που πληγώνει περισσότερο τους ομογενείς της Ουγγαρίας είναι το γεγονός ότι τα παιδιά και τα εγγόνια των προσφύγων, παρότι αισθάνονται Έλληνες, δεν μπορούν να πάρουν την ελληνική υπηκοότητα. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι το 1983 αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση και όσοι το επιθυμούσαν μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να ξαναπάρουν την ιθαγένεια που τους αφαιρέθηκε, δεν άλλαξαν οι νόμοι και από τους απογόνους τους οι ελληνικές αρχές απαιτούν την αυτοπρόσωπη παρουσία των προγόνων τους που έχουν πεθάνει!

«Πολλοί Έλληνες τρίτης και τέταρτης γενιάς θέλουν να γίνουν Έλληνες. Πηγαίνουν στην πρεσβεία, συμπληρώνουν ένα ερωτηματολόγιο και τους απαντούν ότι βάσει ενός βασιλικού νόμου του 1954, τους ζητούν να έρθουν μαζί τους οι παππούδες και οι προπάπποι τους να τους δηλώσουν. Θέλουν να φέρουμε τους θαμμένους, να τους βγάλουμε από τις τρύπες, για να πάνε στην πρεσβεία και να δηλώσουν ότι είναι δικά τους παιδιά. Έθεσα το θέμα και σε έναν βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος με παρέπεμψε σε κάποιον αρμόδιο κι εκείνος στη γραμματέα του, η οποία μας έστειλε μόνο μία ιστοσελίδα. Την ανοίξαμε και είχε ένα ερωτηματολόγιο 15 σελίδων. Μόνο που δεν ρωτούσε τι… ζευγάρι παπούτσια φοράς. Το συμπληρώσαμε, το στείλαμε κι εδώ και δύο μήνες δεν έχουμε λάβει καμία απάντηση», τόνισε.

Σε μία άλλη περίπτωση, η μητέρα της ενδιαφερόμενης ονομαζόταν Βασιλική, αλλά στο Νεστόριο, όπου γεννήθηκε, είχε γραφτεί από λάθος… Βασίλης. Ο κ. Κοράνης απευθύνθηκε στον δήμαρχο, ο οποίος αρχικά είπε πως θα λύσει το ζήτημα, αλλά τελικά τον ενημέρωσε ότι πρέπει να γίνει δικαστήριο, ώστε να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για γυναίκα και όχι άντρα, κάτι που ήταν αδύνατο, καθώς η γυναίκα είχε πεθάνει. «Αυτά για μένα είναι πράγματα ασύλληπτα. Αυτά δεν είναι Ευρώπη», κατέληξε ο κ. Κοράνης.