3.5.26

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ της Μάγδας Παπαδημητρίου -Σαμοθράκη, με αφορμή το νέο της βιβλίο "Ή Ραφή της μνήμης": Δεν γράφω για να συμφιλιωθώ. Γράφω για να εξεγερθώ.

Ποίηση, μνήμη και η ευθύνη του να μην σωπαίνεις

Μέσα από τις στάχτες των καμένων λέξεων
ανθίζει η ψυχή μου

Η «Ραφή της μνήμης» γεννήθηκε στην περίοδο της πανδημίας όταν ο χρόνος έμοιαζε να έχει παγώσει. Ο εγκλεισμός ήταν αφορμή για βαθύτερη ενδοσκόπηση αλλά και συγγραφή. Η Μάγδα Παπαδημητρίου -Σαμοθράκη, δηλώνει παρούσα την άνοιξη του 2026, μέσα από μια νέα ποιητική διαδρομή. Μια διαδρομή μέσα από σώματα, σιωπές και φωνές που αρνήθηκαν να σβήσουν. Ποιήματα για τις γυναίκες που έμαθαν να σωπαίνουν, για εκείνες που μίλησαν αργά, και για όσες κράτησαν τη μνήμη ζωντανή όταν όλα γύρω ζητούσαν λήθη.
Από το τραύμα του σώματος ως το τραύμα της γης, από τις μνήμες των μανάδων ως τις φωνές της αντίστασης, τα ποιήματα αυτά προσπαθούν να ενώσουν ό,τι έσπασε - να ράψουν τις ιστορίες που έμειναν ανοιχτές μέσα στον χρόνο. Γιατί η μνήμη δεν είναι μόνο πόνος. Είναι και σπόρος.
Και κάθε φωνή που αρνείται να σωπάσει, είναι μια ραφή που κρατά τον κόσμο να μην σκιστεί ξανά.
Επιμέλεια:
Θεοχάρης Μπικηρόπουλος
Συγγραφέας -Blogger

Ο τίτλος "Η ραφή της μνήμης" είναι,   συμβολικός. Τι σημαίνει για εσένα η πράξη του «ραψίματος»; Τι ακριβώς «ράβει» η μνήμη;
 Ο τίτλος «Η ραφή της μνήμης» γεννήθηκε από την αίσθηση ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ κάτι ενιαίο ή ακέραιο. Είναι θραυσματική, συχνά διακεκομμένη, γεμάτη ρωγμές, απώλειες και επιστροφές. Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται μια πράξη σύνδεσης — όχι για να την εξομαλύνει, αλλά για να την κρατήσει όρθια. Η πράξη του «ραψίματος» για μένα είναι μια βαθιά ποιητική και ταυτόχρονα υπαρξιακή διαδικασία. Όπως ο άνθρωπος που παίρνει κομμάτια υφάσματος και τα ενώνει με κλωστή, έτσι και η μνήμη προσπαθεί να ενώσει εμπειρίες, πρόσωπα, τραύματα, λέξεις που διαφορετικά θα έμεναν διάσπαρτα ή θα χάνονταν. Δεν ράβει για να κρύψει τις ραφές· αντίθετα, τις αποκαλύπτει, τις αναγνωρίζει ως μέρος της ιστορίας. Η μνήμη «ράβει» πρωτίστως το χρόνο. Ενώνει το πριν με το μετά, το προσωπικό με το συλλογικό, το ιδιωτικό βίωμα με την ιστορική εμπειρία. Ράβει επίσης όσα η βία, η απώλεια ή η σιωπή επιχείρησαν να διαλύσουν: σχέσεις, σώματα, τόπους, ονόματα. Είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη, αλλά και μια προσπάθεια να δοθεί μορφή σε ό,τι διαφορετικά θα παρέμενε άμορφο και ανείπωτο. Ο τίτλος δεν δηλώνει μια τελειωμένη πράξη, αλλά μια συνεχή διαδικασία. Ράβεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που θυμόμαστε, κάθε φορά που μιλάμε, κάθε φορά που η ποίηση επιχειρεί να ενώσει τα θραύσματα μιας εμπειρίας που δεν θέλει να χαθεί.

Η συλλογή “Ραφή της μνήμης” γεννήθηκε μέσα στην πανδημία. Πώς μεταμορφώθηκε η προσωπική εμπειρία της απομόνωσης σε ποιητική δημιουργία;
Η «Ραφή της μνήμης» γεννήθηκε σε μια περίοδο παγκόσμιας παύσης, όταν ο χρόνος έμοιαζε να έχει παγώσει. Η εμπειρία της απομόνωσης υπήρξε, βέβαια, δύσκολη και συχνά ασφυκτική, όμως ταυτόχρονα άνοιξε έναν εσωτερικό χώρο περισυλλογής. Μέσα στη σιωπή της πανδημίας, αναδύθηκαν μνήμες, πρόσωπα, απώλειες, αλλά και ερωτήματα που στην κανονικότητα της καθημερινότητας συχνά μένουν ανείπωτα. Η ποίηση λειτούργησε ως τρόπος να ενώσω τα θραύσματα αυτής της εμπειρίας. Σαν μια πράξη ραφής, ακριβώς όπως υποδηλώνει και ο τίτλος: να συνδέσω το παρόν με το παρελθόν, το ατομικό βίωμα με τη συλλογική μνήμη, το τραύμα με την ελπίδα. Ο εγκλεισμός ήταν αφορμή για βαθύτερη ενδοσκόπηση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η προσωπική μοναξιά μετασχηματίστηκε σε ποιητικό λόγο που επιδιώκει να συνομιλήσει με την κοινή ανθρώπινη εμπειρία.
    
 Όσες και όσοι έχουμε διαβάσει την ποιητική συλλογή παρατηρήσαμε ότι τα ποιήματα διατηρούν μια εσωτερική συνοχή, σαν να συνομιλούν μεταξύ τους και να συνθέτουν ένα ευρύτερο ποιητικό αφήγημα. Ήταν αυτή μια συνειδητή επιλογή από την αρχή;
 Η δομή της συλλογής δεν ήταν τυχαία. Τα ποιήματα δεν τοποθετήθηκαν απλώς το ένα δίπλα στο άλλο· χωρίστηκαν σε θεματικές ενότητες που ακολουθούν μια εσωτερική διαδρομή. Συνεργαστήκαμε με την εκδότρια της "ΤΡΙ.ΕΝΑ Πολιτισμού" και συγγραφέα Καλλιόπη Πασιά για να βγει αυτό το όμορφο βιβλίο. Μαζί κάναμε τις θεματικές. Ξεκινήσαμε από το σώμα, από τη σιωπή που επιβάλλεται, από το τραύμα που δεν έχει ακόμη λόγο. Προχωρήσαμε στη μαθητεία αυτής της σιωπής στον τρόπο που η κοινωνία, η οικογένεια, οι ρόλοι τη διδάσκουν και τη νομιμοποιούν. Στη συνέχεια, η μνήμη άνοιξε: εμφανίζονται οι μάνες, οι νεκροί, τα ονόματα που δεν ειπώθηκαν, όσα δεν έχουν μνήμα αλλά επιμένουν να υπάρχουν. Από εκεί, η συλλογή διευρύνθηκε. Το σώμα έγινε γη. Το τραύμα έγινε συλλογικό. Η εμπειρία της γυναίκας συναντά την εμπειρία του τόπου, της καταστροφής, της εξορίας. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή, κάτι άλλαξε: η σιωπή μετατράπηκε σε φωνή. Όχι ξαφνικά, αλλά σταδιακά μέσα από τη γραφή, τη μνήμη, την επιμονή. Η τελευταία ενότητα δεν είναι λύτρωση. Είναι συνέχεια. Είναι ο σπόρος που μένει μετά τη στάχτη όχι ως παρηγοριά, αλλά ως ευθύνη. Με πίστεψε, την εμπιστεύτηκα και το εκδοτικό ταξίδι ξεκίνησε που δεν νομίζω να σταματήσει για τα επόμενα βιβλία, όσο είμαστε γερές στο σώμα, στον νου και την καρδιά .

 Στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής είπες πως «μάζευες τις λέξεις όπως τις ρόγες από τα αμπέλια». Πώς γεννήθηκε αυτή η εικόνα και τι αποκαλύπτει για τη σχέση σου με τη γλώσσα;
Η εικόνα αυτή γεννήθηκε σχεδόν αυθόρμητα, γιατί συνδέεται βαθιά με τον τρόπο που βιώνω τη γλώσσα και τη διαδικασία της γραφής. Οι λέξεις, για μένα, δεν εμφανίζονται ποτέ όλες μαζί, έτοιμες και τακτοποιημένες. Ωριμάζουν αργά, όπως οι ρόγες πάνω στο αμπέλι. Χρειάζονται χρόνο, φως, σιωπή, ακόμη και δοκιμασία, για να αποκτήσουν τη γεύση και τη δύναμή τους. Το μάζεμα των σταφυλιών είναι μια πράξη φροντίδας, υπομονής και διάκρισης. Επιλέγεις, αγγίζεις, ξεχωρίζεις. Κάθε ρόγα κουβαλά τη δική της ωρίμανση, όπως και κάθε λέξη κουβαλά τη δική της ιστορία, τη δική της μνήμη, το δικό της βάρος. Έτσι ακριβώς προσεγγίζω τη γλώσσα: όχι ως εργαλείο που απλώς υπηρετεί την έκφραση, αλλά ως ζωντανή ύλη, οργανική, που απαιτεί σεβασμό και αφοσίωση. Ίσως, τελικά, η ποίηση να είναι ακριβώς αυτό: μια διαδικασία τρύγου. Μια προσπάθεια να συλλέξεις με προσοχή ό,τι ωρίμασε μέσα σου, να το διασώσεις από τη λήθη και να το προσφέρεις στους άλλους ως καρπό κοινό.

Η συλλογή συνομιλεί με σύγχρονα τραύματα: γυναικοκτονίες, πολέμους, προσφυγιά, το έγκλημα των Τεμπών. Πώς μπορεί η ποίηση να σταθεί απέναντι σε τόσο σκληρές πραγματικότητες;
Η ποίηση δεν έχει τη δύναμη να αναιρέσει τη βία ούτε να επουλώσει από μόνη της τα τραύματα της Ιστορίας. Δεν μπορεί να αναστήσει τους νεκρούς, να αποδώσει δικαιοσύνη ή να ακυρώσει την απώλεια. Μπορεί, όμως, να αρνηθεί τη λήθη και αυτό δεν είναι καθόλου μικρό. Απέναντι σε τόσο σκληρές πραγματικότητες, η ποίηση λειτουργεί ως πράξη μαρτυρίας. Καταγράφει, κατονομάζει, επιμένει. Δίνει φωνή σε εκείνους που φιμώθηκαν, σε όσους χάθηκαν, σε όσες ζωές επιχειρήθηκε να μετατραπούν σε αριθμούς ή στατιστικές. Μετατρέπει το ανείπωτο σε λόγο και, μέσα από αυτή τη μεταμόρφωση, υπερασπίζεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η ποίηση δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε παρηγορίες έτοιμες προς κατανάλωση. Αντίθετα, μας καλεί να σταθούμε μέσα στην αλήθεια, όσο επώδυνη κι αν είναι. Να κοιτάξουμε κατάματα το τραύμα, να αναγνωρίσουμε τη συλλογική μας ευθύνη και να αρνηθούμε την κανονικότητα της βίας. Μας αναγκάζει να νιώσουμε, να θυμηθούμε, να πενθήσουμε. Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται η δύναμή της. Στο ότι διασώζει την ευαισθησία μας, κρατώντας ανοιχτό τον χώρο της μνήμης, της ενσυναίσθησης και της αντίστασης. Γιατί, τελικά, η ποίηση δεν στέκεται έξω από την Ιστορία. Στέκεται μέσα της, ως φωνή, ως μνήμη, ως άρνηση της σιωπής.
  
 Υπάρχει ένα έντονο στοιχείο ελπίδας στα ποιήματά σου όπως η στάχτη ως έδαφος για έναν νέο σπόρο. Πόσο αναγκαία είναι η ελπίδα στην ποιητική πράξη;
 Η ποιητική πράξη είναι, από τη φύση της, μια πράξη μεταμόρφωσης. Παίρνει το βίωμα, ακόμη και το πιο σκοτεινό, και το μετατρέπει σε λόγο, σε μορφή, σε κοινό τόπο συνάντησης. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η ελπίδα δεν λειτουργεί ως λύση, αλλά ως δυνατότητα: η δυνατότητα να υπάρξει νόημα, να διασωθεί η μνήμη, να αναδυθεί μια νέα αρχή μέσα από τα ερείπια. Η εικόνα της στάχτης ως εδάφους για έναν νέο σπόρο εκφράζει ακριβώς αυτή τη δυναμική. Τίποτε δεν αναιρεί την καταστροφή· η στάχτη παραμένει το ίχνος της φωτιάς, της απώλειας, του τέλους. Κι όμως, μέσα της διατηρείται η δυνατότητα της αναγέννησης. Όχι ως λήθη, αλλά ως συνέχεια. Όχι ως εξάλειψη του τραύματος, αλλά ως μετασχηματισμός του. Χωρίς αυτή την προοπτική, η ποίηση θα κινδύνευε να εγκλωβιστεί μόνο στην καταγραφή της οδύνης. Με την ελπίδα, όμως, γίνεται και πράξη επιμονής, αντοχής και αναδημιουργίας. Γίνεται ένας τρόπος να δηλώσουμε ότι, ακόμη και μέσα στα πιο σκοτεινά τοπία, ο άνθρωπος εξακολουθεί να σπέρνει.

Ποια ήταν η ανάγκη να συμπεριλάβεις στη συλλογή ποιήματα για τις μητέρες των Τεμπών;

 Η ανάγκη αυτή γεννήθηκε από ένα βαθύ αίσθημα ηθικής και ανθρώπινης ευθύνης. Υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να τα προσπεράσουμε σαν να ανήκουν μόνο στην επικαιρότητα. Το έγκλημα των Τεμπών είναι ένα τέτοιο γεγονός· ένα συλλογικό τραύμα που άγγιξε ολόκληρη την κοινωνία και χάραξε ανεξίτηλα τη μνήμη μας. Μέσα σε αυτή την τραγωδία, η μορφή της μητέρας αναδύθηκε για μένα ως η πιο σπαρακτική ενσάρκωση της απώλειας. Η μητέρα που περιμένει, που αναζητά, που θρηνεί, αλλά και που επιμένει να ζητά αλήθεια και δικαιοσύνη, υπερβαίνει τα όρια του ατομικού πένθους και μετατρέπεται σε σύμβολο συλλογικής διεκδίκησης. Ήθελα αυτά τα ποιήματα να λειτουργήσουν ως ένας ελάχιστος φόρος τιμής, αλλά και ως μια πράξη μνήμης. Η ποίηση δεν μπορεί να απαλύνει τον πόνο ούτε να αποκαταστήσει την απώλεια. Μπορεί, όμως, να σταθεί δίπλα στον θρήνο, να τον αναγνωρίσει, να τον τιμήσει και να τον διασώσει από τη λήθη. Οι μητέρες και οι γυναίκες των θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών δεν είναι μόνο πρόσωπα ενός συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος. Ενσαρκώνουν όλες τις μητέρες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με την αδιανόητη απώλεια, όλες εκείνες που μετέτρεψαν τον πόνο τους σε φωνή, σε απαίτηση, σε μνήμη. Η παρουσία τους στη συλλογή ήταν επομένως, αναγκαία, όχι μόνο ως αναφορά σε μια τραγωδία, αλλά ως αναγνώριση μιας δύναμης που γεννιέται μέσα από τον πιο βαθύ πόνο.
    
 Τι σε οδήγησε να γράψεις για τις γυναίκες της Παλαιστίνης και γενικότερα για τις γυναίκες του πολέμου και της προσφυγιάς; Πώς βλέπεις τη σχέση ανάμεσα στη γυναικεία εμπειρία και την έννοια της πατρίδας, της απώλειας και της μνήμης;

Οι γυναίκες της Παλαιστίνης, όπως και όλες οι γυναίκες που βιώνουν τον πόλεμο, την προσφυγιά και τον ξεριζωμό, δεν είναι για μένα μακρινές ή αφηρημένες μορφές. Είναι φορείς μιας εμπειρίας που, αν και διαδραματίζεται σε συγκεκριμένους τόπους, αγγίζει πανανθρώπινα ζητήματα: την απώλεια, την αντοχή, τη μνήμη, τη διαρκή αναζήτηση ενός τόπου όπου μπορεί κανείς να υπάρξει με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Η γυναικεία εμπειρία έχει μια ιδιαίτερη σχέση με την έννοια της πατρίδας. Για πολλές γυναίκες, η πατρίδα δεν είναι μόνο γεωγραφικός τόπος· είναι το σώμα, το σπίτι, η γλώσσα, οι άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους. Οι γυναίκες γίνονται οι κατεξοχήν φορείς της μνήμης. Είναι εκείνες που διασώζουν τις ιστορίες, τα ονόματα, τις καθημερινές τελετουργίες, τη γλώσσα, ακόμη και μέσα στις πιο ακραίες συνθήκες εκτοπισμού. Μεταφέρουν την πατρίδα όχι ως σύνορο, αλλά ως βιωμένη μνήμη, ως πολιτισμό, ως συνέχεια. Γι’ αυτό και η γραφή για τις γυναίκες του πολέμου και της προσφυγιάς είναι, για μένα, μια πράξη αλληλεγγύης αλλά και αναγνώρισης. Αναγνώρισης της δύναμής τους να μετατρέπουν την απώλεια σε μαρτυρία, τη μνήμη σε αντίσταση και την επιβίωση σε μια βαθιά, ανθρώπινη μορφή ελπίδας.

Ως μέλος του PEN Greece και του Δικτύου Γυναικών Συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας «Η Φωνή της», πώς βιώνεις τη σχέση ανάμεσα στην ποιητική δημιουργία, τη λογοτεχνία και τον ακτιβισμό;
Πρώτα να πω πως είναι τιμή μου που είμαι μέλος αυτής της συλλογικότας-”Φωνή της” -αλλά και του PEN GREECE και γι’ αυτό αφιερώνω τη συλλογή. Για τους αδιάκοπους αγώνες τους. Δεν θέλω τον δημιουργό αποστειρωμένο σε μια γυάλα. Να γράφει για λουλούδια και ηλιοβασιλέματα. Ζούμε στην κοινωνία και γράφουμε γι αυτήν. Η λογοτεχνία και ο ακτιβισμός δεν είναι απομονωμένοι χώροι. Συνομιλούν διαρκώς, αλληλοτροφοδοτούνται και, σε πολλές περιπτώσεις, πηγάζουν από την ίδια βαθιά ανάγκη: να δοθεί φωνή σε ό,τι αποσιωπάται, να φωτιστούν εμπειρίες που έχουν παραμείνει στο περιθώριο, να υπερασπιστεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η ποίηση δεν περιορίζεται στην αισθητική της διάσταση αλλά εμπεριέχει μια ηθική ευθύνη απέναντι στον κόσμο. Όταν γράφουμε, δεν καταγράφουμε μόνο το προσωπικό μας βίωμα, αλλά συνομιλούμε με την εποχή μας, με τις αδικίες της, με τις σιωπές της, με τις πληγές της. Ο ακτιβισμός είναι η έμπρακτη έκφραση αυτής της ευθύνης. Είναι η μετάβαση από τον λόγο στη δράση, από τη συνείδηση στη συλλογική διεκδίκηση. Ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα έμφυλης βίας, λογοκρισίας ή παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα· είναι συνενοχή. Η συμμετοχή μου ενισχύει την πεποίθηση ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως χώρος καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά και ως πεδίο αντίστασης, αλληλεγγύης και κοινωνικής παρέμβασης. "Η Φωνή της" μάλιστα έμπρακτα στηρίζει τις κακοποιημένες γυναίκες και τις δομές όπου φιλοξενούνται, εκδίδοντας δυο συλλογικούς τόμους, με διηγήματα και ποιήματα, με την αμέριστη συμπαράσταση των εκδόσεων Καστανιώτη και τα έσοδα από τα δικαιώματα του βιβλίου θα δοθούν στο Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης. Πιστεύω βαθιά ότι η τέχνη δεν αλλάζει μόνη της τον κόσμο. Μπορεί, όμως, να αλλάξει τη συνείδηση εκείνων που τον κατοικούν. Ενώ το PEN Greece αγωνίζεται για την εξωστρέφεια της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό αλλά και για τους φυλακισμένους συγγραφείς, δημοσιογράφους και συγγράφισσες στα απολυταρχικά καθεστώτα που κυνηγιούνται για τα γραπτά τους. Δεν θα μπορούσα να απουσιάζω. Κάθε ουσιαστική αλλαγή ξεκινά πάντοτε από εμάς τους ίδιους.
   

Τι σημαίνει για σένα να γράφεις ποίηση μέσα σε έναν κόσμο που συνεχώς δοκιμάζει την αντοχή της μνήμης και της δικαιοσύνης ;

Το να γράφεις ποίηση μέσα σε έναν κόσμο που δοκιμάζει διαρκώς την αντοχή της μνήμης και της δικαιοσύνης σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, να αρνείσαι τη λήθη ως φυσικό δεδομένο. Να επιμένεις ότι όσα συνέβησαν —οι απώλειες, οι βίες, οι σιωπές— δεν μπορούν να εξομαλυνθούν ούτε να απορροφηθούν αθόρυβα από την καθημερινότητα. Σε αυτές τις συνθήκες, η ποίηση γίνεται ένας τρόπος να διατηρείται ανοιχτός ένας χώρος μνήμης. Εκεί όπου η δικαιοσύνη δεν έχει αποδοθεί, η γλώσσα οφείλει να μην κλείνει πρόωρα το τραύμα, να μην το μετατρέπει σε κάτι «παλιό» ή ξεπερασμένο. Η ποίηση δεν αποκαθιστά τη δικαιοσύνη. Επιμένει όμως να υπενθυμίζει ότι η απουσία της δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί φυσιολογική.

Να έρθουμε στα πολιτιστικά της πόλης μας. Τι πιστεύεις ότι πρέπει να γίνει για να ανθίσει ο πραγματικός πολιτισμός και όχι μόνο να υπάρχουν εκδηλώσεις που δεν αφήνουν αποτύπωμα και συνέχεια;

 Για να ανθίσει ένας πραγματικός πολιτισμός σε μια πόλη, δεν αρκεί η συσσώρευση εκδηλώσεων. Ο πολιτισμός δεν είναι ημερολόγιο γεγονότων, ούτε μια σειρά από αποσπασματικές βραδιές που εξαντλούνται τη στιγμή που ολοκληρώνονται. Είναι σχέση συνέχειας, παιδείας και συμμετοχής. Χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, να υπάρξουν σταθεροί θεσμοί και χώροι που να στηρίζουν τη δημιουργία σε βάθος χρόνου. Όταν η τέχνη παραμένει κάτι εξωτερικό, αποκομμένο από την εμπειρία των πολιτών, τότε εύκολα μετατρέπεται σε καταναλώσιμο γεγονός χωρίς συνέχεια. Αντίθετα, όταν εντάσσεται στην παιδεία, στη γειτονιά, στη δημόσια συζήτηση, τότε αρχίζει να δημιουργεί ρίζες. Ο πραγματικός πολιτισμός χρειάζεται επίσης στήριξη από τους ίδιους τους δημιουργούς, αρκεί φυσικά να υπάρχει πολιτική βούληση. Σε κάθε δημοτικό συμβούλιο πρέπει να υπάρχουν εκπρόσωποι του πολιτισμού που μπορούν να αποφασίζουν. Δυστυχώς η κοινωνία μας δεν είναι ώριμη για άμεση δημοκρατία ούτε για λαικές συνελεύσεις. Χωρίς αυτή τη στήριξη, οι εκδηλώσεις κινδυνεύουν να γίνουν επιφάνεια χωρίς βάθος. Πρέπει επειγόντως να δημιουργηθεί το Μουσείο πόλεως Κατερίνης που γίνεται σοβαρή δουλειά με υπέροχες εκδόσεις και άλλες πρωτοβουλίες που πρέπει να στηριχτούν από την κοινωνία της Κατερίνης. Δεν γίνεται να υπάρχει πόλη χωρίς μουσείο. Πώς θα υπάρχει συνέχεια; Μήπως πρέπει να αναρωτηθούμε αν τη θέλουν τη συνέχεια; Μήπως τους ενοχλεί το παρελθόν; Δεν γίνεται να συνεχίσουμε να είμαστε πόλη της εστίασης. Πολιτισμός και τουρισμός πάνε μαζί και πρέπει να το καταλάβει η δημοτική αρχή. Επίσης πρέπει να γίνει η Αστική Σχολή που είναι έτοιμη να σωριαστεί ώστε να δημιουργηθεί η δημοτική πινακοθήκη με όσους πίνακες έχουν απομείνει αλλά και να ανοίξει για το κοινό η γλυπτοθήκη του Καλεβρά. Είναι απαράδεκτο η νέα γενιά να μην γνωρίζει τους δημιουργούς της πόλης. Όσο για τον χώρο του βιβλίου είναι πολύ δύσκολο ακόμη να δημιουργηθούν θεσμοί που να μείνουν και να αφήσουν το αποτύπωμα τους. Ακόμη και οι πολιτιστικοί σύλλογοι πρέπει να προβληματιστούν και να θέσουν τις προτεραιότητες τους. Τέλος, χρειάζεται μια αλλαγή νοοτροπίας. Να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τον πολιτισμό ως διακοσμητικό στοιχείο της πόλης και να τον δούμε ως αναγκαίο τρόπο ύπαρξης και συνύπαρξης. Όχι ως σειρά από γεγονότα, αλλά ως ζωντανό ιστό σχέσεων, μνήμης και συνέχειας.
    
  

Τι θα έλεγες σε συμπολίτες μας που δεν διαβάζουν ποίηση επειδή θεωρούν ότι δεν τους αφορά ή δε θα την καταλάβουν;

Θα τους έλεγα πρώτα απ’ όλα πως η ποίηση δεν είναι ένας κώδικας για λίγους . Είναι μια γλώσσα εμπειρίας. Ο πόνος, η χαρά, η απώλεια, η μνήμη, είναι συναισθήματα που όλες και όλοι το γνωρίζουμε, ανεξάρτητα από το αν έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε ποίηση. Και ίσως το πιο σημαντικό: η ποίηση δεν ανήκει σε μια ελίτ. Ανήκει σε όποιον/όποια έχει ζήσει, έχει αγαπήσει, έχει χάσει, έχει θυμηθεί. Δηλαδή, σε όλους μας.

Συμφωνώ ότι η "ελιτ" που υπαινίσσεσαι οδήγησε την ποίηση στο περιθώριο.  Αν μπορούσες να αφήσεις ένα μόνο μήνυμα στις επόμενες γενιές μέσα από αυτή τη συλλογή, ποιο θα ήταν αυτό;
 Αν μπορούσα να αφήσω ένα μόνο μήνυμα στις επόμενες γενιές μέσα από αυτή τη συλλογή, θα ήταν να μην αφήσουν ποτέ τη μνήμη να γίνει σιωπή. Να θυμούνται ότι ό,τι ζήσαμε ως τραύμα, ως απώλεια, ως αδικία, δεν πρέπει να σκεπάζεται από τη λήθη της καθημερινότητας ούτε να μετατρέπεται σε κάτι «φυσιολογικό». 
Η μνήμη δεν είναι παρελθόν· είναι τρόπος να στεκόμαστε απέναντι στο παρόν και να διεκδικούμε ένα πιο δίκαιο μέλλον. Και να μην φοβηθούν τη φωνή τους. Γιατί η φωνή —ατομική ή συλλογική— είναι εκείνη που κρατά ζωντανό ό,τι αλλιώς κινδυνεύει να σβήσει. Αν κάτι μπορεί να περάσει από γενιά σε γενιά, δεν είναι η σιωπή, αλλά η επιμονή να λέγεται η αλήθεια, ακόμη κι όταν είναι δύσκολη. 
Η συλλογή αυτή, τελικά, δεν ζητά να κλείσει έναν κύκλο. 
Ζητά να ανοίξει μια συνέχεια.
Και αυτή η συνέχεια ανήκει σε όσους έρχονται μετά από εμάς. 
Σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή την κουβέντα.
...........................  ***  ...................................





ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη γεννήθηκε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1963. Εργάστηκε είκοσι επτά χρόνια στον ΟΤΕ. Μαθήτευσε δίπλα στον Ποιητή, πολιτικό και πρεσβευτή της Unesco Γιάννη Κουτσοχέρα. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπες και ηλεκτρονικές εφημερίδες του νομού Πιερίας. Είναι ανταποκρίτρια του Bookia στην Πιερία και Τήνο.
Είναι μέλος της Παγκόσμιας Ένωσης Ποιητών, PEN Greece (επιτροπή γυναικών συγγραφέων), Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και γυναικοκτονιών «Η φωνή της», του Συλλόγου ΑΜΚΕ-Οι φίλοι του Μουσείου πόλης Κατερίνης, του Συλλόγου Μικρασιατών Πιερίας.

Έργα της ιδίας:

Ποίηση: «Χωρίς ταυτότητα» 1988, «Ιριδίσματα» 1990 εκδόσεις Γκοβόστη,.«Ηώ» 1992 εκδόσεις Γκοβόστη.«Το ταξίδι του Έρωτα από τον Όλυμπο στου Αιγαίου τα κύματα» 2008 από την Εκδοτική Όλυμπος, «Καθρέφτης ψυχής» εκδόσεις Άνεμος 2011, «Αντανακλάσεις» με την εικαστική Ματιά του Παναγιώτη Φτάρα Αυτοέκδοση
Μυθιστορήματα: “Ζωή σε θαλασσοσταλιές” 2014 Εκδόσεις Έναστρον «Στο κόκκινο τ’ ουρανού» 2017, εκδόσεις Πνοή, «Πατρίδα Ξένη» μυθιστόρημα εκδ. Άπαρσις, 2021.
Διηγήσεις: «Κίτρινες κρυφές σελίδες» εκδόσεις Οξύνοια 2023
Κείμενα της συνοδεύουν το φωτογραφικό λεύκωμα του συντρόφου της Γιάννη Σαμοθράκη “Πέτρας ΄ψίθυροι” -εκδόσεις Οξύνοια 2022

Διηγήματά της συμπεριλαμβάνονται σε συλλογικά έργα και ημερολόγια του PEN GREECE

Διηγήματά της μεταφράστηκαν στα Ιταλικά και τα Ισπανικά.

Συμμετέχει με διηγήματα στο φωτογραφικό λεύκωμα “Οικείες φωνές, παλιές οικίες και κτίσματα της Κατερίνης” εκδόσεις Φίλοι του Μουσείου Πόλεως Κατερίνης (2026)