Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946. Αποφοίτησε από το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Μ.Β.Α.) από το Brunel University της Μεγάλης Βρετανίας. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες, αφιερώματα, περιοδικές εκδόσεις, εφημερίδες και έχουν αναρτηθεί στο Διαδίκτυο. Έχει συστηματικά δημοσιεύσει κείμενα λογοτεχνικής, πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης και κριτικής σε λογοτεχνικά περιοδικά, επωνύμως ή με το ψευδώνυμο Γιάννης Mακεδονίτης, και έχει δημοσιεύσει μελέτες για τη λογοτεχνία και την Iστορία της Θεσσαλονίκης. Yπήρξε συνιδρυτής και μέλος του προεδρείου της Λέσχης Γραμμάτων και Tεχνών Bορείου Eλλάδος, μετά το 1975 και υπήρξε μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Εκφράζουμε τα ειλικρινή συλλυπητήριά μας στους οικείους του.
Μία φορά, σε κάθε ζωή
Μία φορά μες στη ζωή, σε κάθε ζωή, μονάχα μία
η φοβερή στιγμή του ερχομού, ο πρώτος λόγος,
η τρυφερή της εφηβείας αυγή, η εφεύρεση του κόσμου,
το πρώτο φιλί, το πρώτο σπίτι, το πρώτο αφεντικό
και η σκοπιά δύο με τέσσερις στους ποταμούς της νύχτας.
Μία φορά μονάχα στη ζωή θάρθει ένα πάθος εξολκέας
να κάνει αίμα την αναπνοή και μουσική τη δύση
τα καλοκαίρια ερμαφρόδιτα στου πόνου τα σκληρά πουκάμισα,
θα ‘ρθεί σαν τον αετό ο ένας έρως ξάφνου απ’ τα πέρα μέρη
ο άπαξ, ο μοναδικός, θ’ αφήσει στην ψυχή εγκοπές ως το τέλος.
Μονάχα μια φορά, σε κάθε ζωή, θα ‘ρθεί η ευκαιρία
του κτίζειν και ανοικοδομείν στα πέλματα του ουρανού,
η θέα της εξουσίας, η μάχη της χαράς, το πέταγμα προς τα άνω.
Και μια φορά, μία πάλι μονάχα, νύχτα που φεύγεις,
μ’ ένα μικρό τίναγμα του ονείρου, πέταγμα στη σιωπή.
ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΔΩΡΟ
Μεσόκοπος μετράει άστρα στη βεράντα
ακούει τυραννικά ώρες
που περπατάν βαριεστημένα φεύγοντας αθόρυβα
καταναλώνει τιμολόγια υπερκαταστημάτων
πολυσέλιδες εφημερίδες,
βλέποντας με τα κιάλια
αφίσες γυμνών πτωμάτων
διαφημίσεις μοναξιάς.
Ταμπέλες φωτεινές αναβοσβήνουν
ήχοι τσαλακωμένες λαμαρίνες
νυχτερινές μοτοσυκλέτες
διαπερνούν την ευλογία του σκότους
διαλύοντας την πλήξη του οινοπνεύματος
με την εξάτμισή τους.
Εκείνος, μόνος του, εκλιπαρεί για έναν έρωτα,
μια τελευταία ευκαιρία.
Γνωρίζει, φυσικά, πόσο ευνοήθηκε στο παρελθόν,
τι δώρα πήρε,
κι αν σήμερα πια δεν δικαιούται κύκνεια δώρα,
ζητά μιαν εξαίρεση.
Δεν κάνει πια παζάρια,
δεν εξετάζει χρώμα, δέρμα και αφή,
δεν συζητά ηλικία,
χρώμα δακρύων, επάγγελμα, θρησκεία.
Δεν απαιτεί πια, δεν αξιώνει,
δεν έχει πλέον υπεροψία.
Σχεδόν ζητιάνος. Τι σχεδόν;
Εκλιπαρεί έναν τελευταίο έρωτα, ζητιάνος,
επαίτης, για ένα κύκνειο θείο δώρο
πριν φύγει σαν το σκυλί.
ΤΩΡΑ, ΜΑΖΕΥΕΙ ΛΕΞΕΙΣ
Για να εκφράσει το κενό, τώρα μαζεύει λέξεις.
Ψάχνει σε πάπυρους παλιούς,
σε ξεχασμένα αρχεία
σε άριες, σε ορατόρια και πινακοθήκες
να βρει τη λέξη την πιο στενή,
την πιο λιτή τη λιγότερο φωτεινή,
την άλλη μια ιδέα πιο μπεζ
την παραπέρα που την έχουν στην παλιά Ελλάδα
εκείνη που κάποτε αγκάλιασε,
την πιο αχρησιμοποίητη
λέξεις σχισμένες λέξεις
σαν κουβάρια, εργονομικές
και μ’ όλες αυτές να μιλήσει
για το τίποτε που τον περιβάλλει.
ΔΙΑΘΗΚΗ
Ηχογραφήστε με, γυρίστε με σε βίντεο
γράψτε κάθε φωνή μου, κάθε μου κίνηση
κάθε τραγούδι που τραγούδησα κάθε
τοπίο που είδα κάθε εκδρομή κάθε
φιλί που έδωσα κάθε φιλί που πήρα
κάθε μου στίχο ερωτικό κάθε χαμόγελο.
Κρατήστε σε σκληρούς δίσκους τις μνήμες μου
τις μουσικές που άκουγα ξαναγράψτε
φωτογραφίστε τις φωτογραφίες μου
την ιστορία μου ιστορήστε σε φυλλάδια
χαρίστε μου μια ψεύτρα αιωνιότητα…
Να με θυμάστε…
