Γράφει ο Γιώργος Βουλγαράκης
Αν διαβάσει κάποιος τις κριτικές, ο «Καποδίστριας» είναι μια καλλιτεχνική αποτυχία. Αν κοιτάξει τα ταμεία, είναι ένας εισπρακτικός θρίαμβος. Αυτή η ασυμβατότητα δεν είναι τυχαία. Ούτε είναι η πρώτη φορά που μια ταινία εξηγεί περισσότερα για το παρόν παρά για το παρελθόν.
Η περίπτωση του «Καποδίστρια» αποδεικνύει πως το κοινό δεν προσέρχεται στον κινηματογράφο με την αυστηρή, τεχνική ματιά των ειδικών.
Πολύ περισσότερο, επιβεβαιώνει ότι οι σύγχρονοι μηχανισμοί αξιολόγησης —και ο πολιτισμικός κορεκτισμός που συχνά τους συνοδεύει, δηλαδή επί το Ελληνικότερον η πολιτική ορθότητα— έχουν εδώ και χρόνια πάρει οριστικό διαζύγιο από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας.
Για όλους εμάς που είμαστε απλώς φίλοι της μεγάλης οθόνης, η ταινία αυτή θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: τι αναζητά τελικά ο Έλληνας σήμερα; Μια τεχνικά άρτια κινηματογραφική πρόταση ή μια επαφή με την επί χρόνια χαμένη εθνική του αυτοπεποίθηση;
Για τους κριτικούς, ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη που οφείλει να εξελίσσεται, να αμφισβητεί και να αποδομεί. Για το κοινό όμως —ιδίως σε περιόδους παρατεταμένης κρίσης, όχι μόνο οικονομικής αλλά κυρίως αξιακής— λειτουργεί συχνά ως ένα είδος «εθνικού εικονοστασίου».
Η ταινία του Σμαραγδή δεν αντιμετωπίστηκε από τους θεατές ως ένα καλλιτεχνικό προϊόν προς ανάλυση, αλλά ως μια τελετουργία αυτογνωσίας.
Ο Καποδίστριας της οθόνης δεν είναι ένας ιστορικός χαρακτήρας με ανθρώπινες αντιφάσεις· είναι το αρχέτυπο ενός ηγέτη που θυσιάζεται, η ενσάρκωση μιας ηθικής που πολλοί έχουν την αίσθηση ότι απουσιάζει δραματικά στις ημέρες μας.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η ρίζα της αντιπαράθεσης. Η κριτική στάθηκε στην αγιογραφική προσέγγιση, θεωρώντας την παρωχημένη ή επικίνδυνα απλουστευτική.
Το κοινό όμως εισέπραξε αυτή την απόρριψη ως μία ακόμη απόπειρα των «ειδικών» να επιβάλουν έναν πολιτισμικό ελιτισμό.
Στα μάτια του μέσου θεατή, η πολιτική ορθότητα μοιάζει να φοβάται το υψηλό, το επικό και το πατριωτικό, βαφτίζοντάς τα αναχρονιστικά.
Έτσι, η επίσκεψη στον κινηματογράφο απέκτησε τον χαρακτήρα μιας βουβής διαμαρτυρίας:
«Δεν με νοιάζει αν το μοντάζ είναι αργό ή αν οι διάλογοι είναι διδακτικοί· με νοιάζει που κάποιος μιλά για την ψυχή αυτού του τόπου χωρίς ειρωνεία».
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα που θέτει αυτή η ταινία δεν είναι αν ο Καποδίστριας του Σμαραγδή είναι ιστορικά ακριβής ή κινηματογραφικά άρτιος.
Το ερώτημα είναι γιατί μια τόσο μεγάλη μερίδα του κοινού ένιωσε την ανάγκη να τον υπερασπιστεί σχεδόν ενστικτωδώς. Γιατί αυτή η σύγκρουση πήρε χαρακτήρα ταυτότητας και όχι απλής αισθητικής διαφωνίας.
Η απάντηση βρίσκεται, πιθανόν, στην κόπωση του σύγχρονου Έλληνα από μια διαρκή αποδόμηση της ιστορίας του. Όχι επειδή φοβάται την αλήθεια, αλλά επειδή νιώθει ότι η συνεχής ειρωνεία και η εμμονή στο «γκρίζο» έχουν στερήσει από τη συλλογική αφήγηση κάθε σημείο ανάτασης. Δεν αναζητά ψευδαισθήσεις· αναζητά νόημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κινηματογράφος παύει να είναι απλώς τέχνη και μετατρέπεται σε κοινωνικό γεγονός. Η αίθουσα μετασχηματίζεται σε χώρο συλλογικής μνήμης. Ο θεατής δεν παρακολουθεί για να κρίνει, αλλά για να συμμετάσχει. Και αυτή η συμμετοχή είναι συνειδητή. Γνωρίζει ότι βλέπει εξιδανίκευση, αλλά επιλέγει να τη δεχτεί, όπως επιλέγει κανείς ένα σύμβολο σε εποχές που τα σύμβολα σπανίζουν.
Η σύγκρουση αυτή δεν μου είναι άγνωστη.
Ως Υπουργός Πολιτισμού, είχα την πολιτική εποπτεία του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, του θεσμού που χρηματοδοτεί την παραγωγή ταινιών κατόπιν εισηγήσεων των ειδικών.
Την περίοδο εκείνη είχε κατατεθεί προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η ταινία El Greco, επίσης του Γιάννη Σμαραγδή. Το εντυπωσιακό —και αποκαλυπτικό— ήταν ότι σχεδόν όλες οι εισηγήσεις της λεγόμενης «κινηματογραφικής πρωτοπορίας» ήταν αρνητικές.
Η απόρριψη ήταν σχεδόν ομόφωνη, με επιχειρήματα που εστίαζαν –‘όπως και στον Καποδίστρια, στον κίνδυνο της εξιδανίκευσης, στην «παρωχημένη» οπτική και στη μη συμμόρφωση με τις κυρίαρχες αισθητικές νόρμες.
Επειδή είχα διαβάσει το σενάριο, είχα συζητήσει εκτενώς τόσο με τον ίδιο τον Γιάννη Σμαραγδή όσο και με τον Λάκη Λαζόπουλο, που συμμετείχε στην ταινία , κυρίως όμως, επειδή μου έκαναν εντύπωση οι ισχυρές, σχεδόν ιδεολογικές αντιθέσεις ανάμεσα σε όσους ήταν κατηγορηματικά αρνητικοί και σε εκείνους που υποστήριζαν θερμά την ταινία, έκρινα ότι το ζήτημα υπερέβαινε τα όρια μιας απλής αισθητικής διαφωνίας.
Ζήτησα τότε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, Κώστα Καραμανλή, να προχωρήσει η χρηματοδότηση. Η ταινία τελικά υλοποιήθηκε και, όπως είναι γνωστό, γνώρισε σημαντική απήχηση και επιτυχία, επιβεβαιώνοντας ότι η κρίση των «ειδικών» δεν ταυτίζεται πάντα —ούτε οφείλει να ταυτίζεται— με την αντίληψη της κοινωνίας.
Ο «Καποδίστριας» λειτούργησε τελικά ως καθρέφτης αυτής της βαθύτερης συνθήκης. Όχι γιατί είπε κάτι καινούργιο για το παρελθόν, αλλά γιατί μίλησε σοβαρά για αξίες που πολλοί θεωρούν ξεχασμένες. Και σε μια εποχή όπου η σοβαρότητα εκλαμβάνεται ως συντηρητισμός, αυτό αρκεί για να προκαλέσει ρήξη.
Το φαινόμενο αποκαλύπτει μια δίψα: ο Έλληνας του 2026 δεν αναζητά απαραίτητα την κινηματογραφική πρωτοπορία.
Αναζητά ένα σταθερό σημείο αναφοράς . Σε έναν κόσμο ρευστό, η μορφή του Κυβερνήτη λειτουργεί ως καταφύγιο. Η τεράστια προσέλευση στις αίθουσες μαρτυρά ότι η ανάγκη για εθνική αυτοπεποίθηση παραμένει ισχυρότερη από κάθε αισθητική ένσταση.
Ίσως, στο τέλος της ημέρας, ο κόσμος να έχει ανάγκη να πιστέψει ότι υπήρξε κάποτε ένας «άγιος της πολιτικής», ελπίζοντας σιωπηλά ότι η ιστορία μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να επαναληφθεί.
Και αν κάτι μας διδάσκει αυτή η σύγκρουση, είναι πως η τέχνη δεν κρίνεται πάντα από τις στερεοτυπικές προσεγγίσεις των ειδικών, αλλά από τις καρδιές εκείνων που πληρώνουν το εισιτήριο αναζητώντας κάτι να τους « σηκώσει λίγο ψηλότερα » όπως λέει και στίχος του Μίκη Θεοδωράκη.
Μπορεί ο «Καποδίστριας» να μην κέρδισε τους κριτικούς. Κέρδισε όμως κάτι πολύ δυσκολότερο: τη συγκίνηση ενός λαού που κουράστηκε να νιώθει ηττημένος. Και αυτό, από μόνο του, είναι μια πολιτική πράξη που κανένα αστεράκι σε καμία κριτική δεν μπορεί να ακυρώσει.
Τα συγχαρητήριά μου, Γιάννη Σμαραγδή!
( Δημοσιεύθηκε
στην ΕΣΤΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 15/2/26)

