25.1.26

ΚΕΝΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ: ΜΥΘΟΣ, ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ. Του Σταμάτη Παγανόπουλου

A piece of my art : "Κενταυρομαχία"(Καρβουνομόλυβο, 50χ100.Συλλογή Π.Γραμματικόπουλου)

Η Κενταυρομαχία, η περίφημη σύγκρουση Λαπιθών και Κενταύρων στον γάμο του Πειρίθου, αποτελεί ένα από τα πλέον πολυσήμαντα μυθολογικά στοιχεία της αρχαιότητας. Η σκηνή, όπως διασώζεται σε ποικίλες λογοτεχνικές και εικαστικές πηγές, δεν λειτουργεί απλώς ως επεισόδιο ηρωικής αφήγησης, αλλά ως πυκνό αλληγορικό σχήμα που επιτρέπει την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, της κοινωνικής τάξης, της βίας, της επιθυμίας και της πολιτισμικής αυτοσυνείδησης. Από τον Όμηρο και τον Πίνδαρο έως τον Οβίδιο, και από τον Παρθενώνα έως τη νεότερη φιλοσοφία, η Κενταυρομαχία λειτουργεί ως ένα είδος «καθρέφτη» όπου ο άνθρωπος βλέπει τις αντιφάσεις του.
Σύμφωνα με τον μύθο ο Πειρίθοος ,βασιλιάς των Λαπιθών για να γιορτάσει τον γάμο του με την Ιπποδάμεια, έκανε ένα γλέντι στο οποίο κάλεσε και τους Κενταύρους, οι οποίοι ήταν συγγενείς του. Οι Κένταυροι, μη όντας συνηθισμένοι στο κρασί, μέθυσαν και ένας απ' αυτούς, ο Εύρυτος, προσπάθησε να βιάσει τη μνηστή του Πειρίθοου. Τον Εύρυτο μιμήθηκαν κι άλλοι Κένταυροι κι ο γάμος κατέληξε σε συμπλοκή. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθούν πολλοί κι απ' τις δύο μεριές. Στο τέλος νίκησαν οι Λαπίθες που εξανάγκασαν τους Κενταύρους να εγκαταλείψουν τη Θεσσαλία. Στη μάχη λέγεται πως πήρε μέρος κι ο Θησέας, ως φίλος του Πειρίθοου.
Ο Οβίδιος αποδίδει την κρίσιμη στιγμή της έναρξης της σύγκρουσης με χαρακτηριστική πυκνότητα: «excidit urna, simul et Centaurus in iras» (“ο κρατήρας χύθηκε, και μαζί του η μανία των Κενταύρων”, Νεταμορφώσεις XII.222). Η ανατροπή του κρατήρα δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο μέθης, είναι η στιγμή όπου η κοινωνική τάξη διαρρηγνύεται, όπου το άλογο στοιχείο εισβάλλει στον χώρο του νόμου. Η τελετή του γάμου, κατεξοχήν συμβολική επιβεβαίωση της κοινωνικής συνοχής, μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.
Η υβριδική φύση των Κενταύρων – μισοί άνθρωποι, μισοί ζώα – καθιστά την Κενταυρομαχία μια σκηνή όπου η ανθρώπινη μορφή συναντά το όριό της. Ο Πίνδαρος μιλά για «ἄγριον ὄχλον Κενταύρων» (Πυθ. 2.45), υπογραμμίζοντας την αγριότητα ως συστατικό της ταυτότητάς τους. Η αγριότητα αυτή δεν είναι απλώς φυσική, είναι υπαρξιακή. Οι Κένταυροι ενσαρκώνουν την αμφισημία της επιθυμίας, την ορμή που δεν έχει ακόμη μορφοποιηθεί, το ασυνείδητο που δεν έχει ακόμη εξημερωθεί. Η Κενταυρομαχία δεν είναι σύγκρουση ανάμεσα σε δύο φυλές, είναι σύγκρουση ανάμεσα σε δύο τρόπους ύπαρξης που συνυπάρχουν εντός του ανθρώπου.
Σε αυτό το σημείο καθίσταται αναγκαίο να αναλυθούν τα βασικά στοιχεία του μύθου ως συμβολικοί κόμβοι που επιτρέπουν την παράλληλη ανάγνωση μυθολογικών, φιλοσοφικών και ψυχαναλυτικών επιπέδων. Ο Κένταυρος, ως υβριδική μορφή μισού ανθρώπου και μισού ζώου, συμβολίζει την αμφισημία της ανθρώπινης φύσης: την αδιάκοπη συνύπαρξη λογικής και ορμής, πολιτισμού και ενστίκτου. Στην ψυχαναλυτική ορολογία, ο Κένταυρος αντιστοιχεί στη «Σκιά» του Γιούνγκ , δηλαδή στο απωθημένο και μη ενσωματωμένο κομμάτι της ψυχής, αλλά και στο «Εκείνο» του Φρόϋντ, την πρωτογενή ενόρμηση που προηγείται του νόμου. Στη νιτσεϊκή ανάγνωση, ο Κένταυρος ενσαρκώνει το διονυσιακό στοιχείο, την έκσταση και τη διάλυση των ορίων.
Απέναντί του βρίσκονται οι Λαπίθες, οι οποίοι λειτουργούν ως φορείς της τάξης, του μέτρου και της πολιτισμικής αυτοκυριαρχίας. Αντιστοιχούν στο Εγώ της ψυχαναλυτικής δομής, στο απολλώνιο στοιχείο της νιτσεϊκής διχοτομίας, και γενικότερα στη λογική αρχή που επιδιώκει να συγκρατήσει την ορμή. Η σύγκρουση των δύο πλευρών δεν είναι απλώς εξωτερική, είναι η ίδια η εσωτερική σύγκρουση της ανθρώπινης ψυχής.
Ο γάμος του Πειρίθου, ως τελετουργία μετάβασης, συμβολίζει την κοινωνική συνοχή και τον συμβολικό νόμο. Η εισβολή των Κενταύρων σε αυτή τη στιγμή υποδηλώνει την απειλή που το άλογο στοιχείο ασκεί πάνω στη δομή της κοινότητας. Η μέθη, που προηγείται της βίας, λειτουργεί ως εικόνα της απώλειας ελέγχου και της διάρρηξης των ορίων, είναι η στιγμή όπου το Υπερεγώ χαλαρώνει και το ασυνείδητο αναδύεται. Η ανατροπή του κρατήρα, όπως περιγράφεται από τον Οβίδιο, αποτελεί συμβολική έκρηξη του διονυσιακού μέσα στον χώρο της τελετουργικής τάξης.
Η αρπαγή των γυναικών από τους Κενταύρους αποτελεί παραβίαση του νόμου και πράξη ύβρεως. Στο ψυχαναλυτικό επίπεδο, εκφράζει την ανεξέλεγκτη σεξουαλική ορμή που παλινδρομεί σε προ-πολιτισμικές μορφές συμπεριφοράς. Η βία που ακολουθεί δεν είναι απλώς φυσική, είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη και το χάος, ανάμεσα στη μορφή και το άμορφο. Στο πλατωνικό πλαίσιο, η σκηνή παραπέμπει στο άρμα της ψυχής του Φαίδρου, όπου το ατίθασο άλογο αποσπάται από τον έλεγχο του ηνιόχου.
Το υβριδικό σώμα του Κενταύρου, όπως το περιγράφει ο Όμηρος («θηριόμορφοι»), υποδηλώνει την ασάφεια της ανθρώπινης ταυτότητας. Η μορφή αυτή κατοικεί στα όρια του πολιτισμένου κόσμου, στα δάση και στα βουνά, δηλαδή σε χώρους που αντιστοιχούν στο ασυνείδητο, στο «εκτός πόλεως». Η εισβολή του Κενταύρου στον χώρο της τελετής είναι η εισβολή του περιθωρίου στο κέντρο, του άγριου στο πολιτισμένο.
Οι εικαστικές αναπαραστάσεις της Κενταυρομαχίας, ιδίως στις μετώπες του Παρθενώνα, προσδίδουν στον μύθο και πολιτικό χαρακτήρα. Η Αθήνα προβάλλει την Κενταυρομαχία ως αλληγορία της σύγκρουσης ανάμεσα στον ελληνικό πολιτισμό και την «βαρβαρότητα». Ωστόσο, η βαθύτερη ειρωνεία είναι ότι η βαρβαρότητα δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτερική,ο Κένταυρος κατοικεί μέσα στον άνθρωπο. Όπως φαίνεται στις νότιες μετώπες του Παρθενώνα( 4, 9, 23) ,τα όπλα των Λαπιθών, προϊόντα τεχνικής και πολιτισμού(ξίφος και δόρυ ) , αντιπαρατίθενται στα ακατέργαστα όπλα των Κενταύρων(τα σκεύη της φιλοξενίας (υδρίες) ) , υποδηλώνοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στη μορφοποιημένη και την πρωτογενή δύναμη.
Η τελετουργική διακοπή του γάμου λειτουργεί ως υπενθύμιση της ευθραυστότητας της κοινωνικής δομής. Η ανθρώπινη κοινότητα βρίσκεται πάντοτε υπό την απειλή της διάλυσης, καθώς η ορμή και η βία δεν είναι εξωτερικές δυνάμεις αλλά εγγενείς δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης. Η Κενταυρομαχία, επομένως, δεν είναι απλώς μια σκηνή βίας, είναι μια σκηνή αυτογνωσίας. Ο άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε ανάμεσα στο απολλώνιο και το διονυσιακό, ανάμεσα στη μορφή και την έκσταση, ανάμεσα στον νόμο και την επιθυμία.
Η φιλοσοφική σκέψη της κλασικής περιόδου προσφέρει ένα πλαίσιο για την κατανόηση αυτής της διττότητας. Στον Φαίδρο, ο Πλάτων περιγράφει την ψυχή ως άρμα που το σέρνουν δύο άλογα, το ένα ευγενές και το άλλο ατίθασο (246a–b). Η Κενταυρομαχία μπορεί να ιδωθεί ως μυθική αναπαράσταση της στιγμής όπου το ατίθασο άλογο αποσπάται από τον έλεγχο του ηνιόχου. Ο Αριστοτέλης θα ερμήνευε την ίδια σκηνή ως κατάρρευση της μεσότητας, ως επικράτηση της ὕβρεως έναντι της σωφροσύνης (Ηθικά Νικομάχεια 1106b–1107a).
Η νεότερη φιλοσοφία και ψυχολογία προσέδωσαν στον μύθο ακόμη βαθύτερη ανθρωπολογική διάσταση. Ο Νίτσε, στη Γέννηση της Τραγωδίας, περιγράφει την ανθρώπινη εμπειρία ως διαρκή ένταση ανάμεσα στο Απολλώνιο και το Διονυσιακό, η Κενταυρομαχία ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη σύγκρουση.
Η Κενταυρομαχία, ως μύθος, ως εικόνα και ως φιλοσοφικό σχήμα, μας καλεί να αναγνωρίσουμε ότι ο άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε στο όριο: ανάμεσα στην τάξη και την ύβρη, στον νόμο και την επιθυμία, στη μορφή και την έκσταση. Η αληθινή σημασία του μύθου δεν βρίσκεται στην εξόντωση του Κένταυρου αλλά στην αναγνώριση της παρουσίας του. Ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος όχι όταν νικά τον Κένταυρο αλλά όταν μαθαίνει να συνυπάρχει με αυτόν, να μεταμορφώνει τη ζωϊκότητα σε μορφή, σε λόγο, σε πράξη.