25.1.26

ΜΝΗΜΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ (22/2/1939 -21/1/2020). Του Σταμάτη Παγανόπουλου

“Κάτι χειρότερο από γερατειά
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα…”
ΛΥΠΙΟΥ(αποσπάσματα)*
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε·
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…
α
Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου
ως τα κρυσταλλωμένα δάκρυα
ως να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.
Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι… όχι… λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».
β
Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιούνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.
γ
Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας…
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε λοιπόν κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας.
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούριο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντάς σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.
στ
Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που ’χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη·
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.
*Από την ποιητική σύνθεση «Λυπιού» («Ποιήματα,1986-1996,Εκδ.Καστανιώτης,1999).
***
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ έζησε για δεκαετίες στην οδό Μαυρομιχάλη, στην καρδιά των Εξαρχείων. Ηταν πολύ αγαπητή στη γειτονιά ,ιδιαίτερα από τους νέους.Οσοι τη γνωρίσαμε της είχαμε αποδώσει τιμητικά τον τίτλο της «Πριγκίπισσας των Εξαρχείων»,το γνώριζε και αυτοσαρκαζόταν.Το σπίτι της εκεί δεν ήταν απλώς ένας χώρος διαμονής, αλλά μια «κιβωτός» γεμάτη βιβλία, αναμνήσεις και τη δική της ιδιαίτερη αύρα.Σε συνεντεύξεις της, έχει αναφερθεί με πολύ ζεστό, αλλά και ρεαλιστικό τρόπο για τη σχέση της με τη γειτονιά:Για εκείνη, το σπίτι στα Εξάρχεια ήταν ο τόπος της πνευματικής της εργασίας. Έχει πει χαρακτηριστικά ότι το σπίτι της ήταν «η μόνη πατρίδα που της απέμεινε». Μέσα σε αυτό το διαμέρισμα, ένιωθε προστατευμένη από τη φθορά του έξω κόσμου, περιτριγυρισμένη από τα αντικείμενα που αγαπούσε και τις μεταφράσεις που δούλευε αδιάκοπα.
Παρά το γεγονός ότι η γειτονιά άλλαξε πολύ μέσα στα χρόνια, η Αγγελάκη-Ρούκ δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Της άρεσε η ενέργεια των νέων ανθρώπων και η αίσθηση ότι βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων. Έλεγε συχνά ότι στα Εξάρχεια ένιωθε ελεύθερη. Δεν την ενοχλούσε η «θορυβώδης» πλευρά της περιοχής, αλλά την έβλεπε ως ένα κομμάτι της αθηναϊκής πραγματικότητας.Συχνά συνέκρινε τη ζωή της στα Εξάρχεια με τη ζωή της στην Αίγινα. Αν η Αίγινα ήταν η «φύση και η σιωπή», τα Εξάρχεια ήταν «ο λόγος και η επικοινωνία».
Σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις είχε δηλώσει για τη γειτονιά της:«Τα Εξάρχεια είναι μια γειτονιά που πονάει, αλλά που έχει και μια τεράστια αλήθεια. Δεν θα μπορούσα να ζήσω σε ένα αποστειρωμένο προάστιο. Εδώ, ακόμα και οι τοίχοι που φωνάζουν με τα συνθήματα, μου θυμίζουν ότι η ζωή είναι μια συνεχής διεκδίκηση.» Για εκείνη, τα Εξάρχεια ήταν το σκηνικό της μοναχικότητάς της, την οποία όμως μετέτρεπε πάντα σε δημιουργία.
Για την Κατερίνα, το σώμα δεν ήταν ποτέ ένα απλό περίβλημα. Ήταν το πεδίο της μάχης, ο χάρτης των τραυμάτων και, ταυτόχρονα, ο μόνος έμπιστος μάρτυρας της ζωής. Εκεί που άλλοι έβλεπαν τη φθορά ως εχθρό, εκείνη την έβλεπε ως μια αργή, τελετουργική αποκάλυψη. Με μια ειλικρίνεια που σχεδόν «έκαιγε», μετέτρεψε την αναπηρία, τον πόνο και τον χρόνο σε μια θριαμβευτική κατάφαση. Το σώμα της ήταν το δικό της "νησί", με βουνά από μνήμη και θάλασσες από επιθυμία.
Αν η ποίησή της είχε μυρωδιά, θα ήταν αυτή του χώματος της Αίγινας μετά τη βροχή και της ψημένης ψίχας του φυστικιού. Στον κήπο της, ανάμεσα στις φυλλωσιές, η Αγγελάκη-Ρούκ δεν έψαχνε το μεταφυσικό στο υπερπέραν, αλλά στο εδώ και τώρα. Η φύση για εκείνη ήταν ένας καθρέφτης: η εναλλαγή των εποχών ήταν η δική της απάντηση στον θάνατο. "Η φύση είναι η μόνη που δεν μας προδίδει", έλεγε, και οι στίχοι της ρίζωναν βαθιά μέσα στη γη, εκεί που η σάρκα επιστρέφει για να γίνει ξανά ομορφιά.
Για την Κατερίνα, η ποίηση ήταν η «τελευταία γραμμή άμυνας». Δεν έγραφε για να εντυπωσιάσει, αλλά για να επιβιώσει. Με μια γλώσσα ρωμαλέα, γήινη και ταυτόχρονα αιθέρια, κατάφερε να συμφιλιώσει το «μαύρο» της μοναξιάς με το «χρυσό» της απόλαυσης. Κάθε ποίημά της είναι μια χειραψία με το άγνωστο, ένας τρόπος να πει στον χρόνο: "Μπορεί να με νικήσεις, αλλά εγώ θα έχω προλάβει να σε τραγουδήσω".
Σήμερα, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ δεν κατοικεί πια στο φθαρτό της σώμα, αλλά στην αθανασία της ανάσας μας κάθε φορά που διαβάζουμε έναν στίχο της. Μας έμαθε ότι η ομορφιά δεν βρίσκεται στην τελειότητα, αλλά στη δύναμη να αγαπάς τις ουλές σου. Παραμένει η «μεγάλη μητέρα» της ελληνικής ποίησης, μια γυναίκα που μετέτρεψε την απώλεια σε κέρδος και τη σιωπή σε αιώνιο τραγούδι.