31.1.26

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ (29/1/1860-15/7/1904. Του Σταμάτη Παγανόπουλου

Αν έπρεπε να διαλέξω έναν μονόλογο που συγκλονίζει βαθύτερα από ολόκληρο το τσεχοφικό σύμπαν, ο πιο συχνά αναγνωρισμένος ως “συνταρακτικός” είναι ο μονόλογος του Βάνια από τον Θείο Βάνια η στιγμή όπου η ψυχή του καταρρέει και αποκαλύπτει όλη τη συντριβή μιας ζωής χαμένης :
«Έχασα τη ζωή μου... Δεν έζησα, δεν έκανα τίποτα.
Γιατί δεν αγάπησα; Γιατί δεν είχα το θάρρος;
Τώρα είμαι γέρος...
Κι αυτός... αυτός ο γέρος, ο Σερεμπριακώφ...
Πόσο μισώ αυτή τη ζωή...
Έχασα τη ζωή μου... Δεν έζησα, δεν έκανα τίποτα.
Αν είχα ζήσει κανονικά, θα μπορούσα να είχα γίνει ένας Σοπενχάουερ, ένας Ντοστογιέφσκι...
...[σε επόμενη φάση]...
Ζωή μου, τι έκανα; Γιατί δεν έζησα;
Όλα έφυγαν, όλα χάθηκαν!
Δεν είμαι νέος, δεν έχω ταλέντο, δεν έχω πάθος...
Δεν έχω τίποτα...»
Ο μονόλογος εκφράζει βαθιά απογοήτευση για μια ζωή σπαταλημένη σε μάταιες θυσίες. Ξεκινά πράγματι με τις λέξεις «Έχασα τη ζωή μου… Δεν έζησα, δεν έκανα τίποτα» και ανήκει στην κορύφωση της συναισθηματικής κατάρρευσης του πρωταγωνιστή.
Ο θείος Βάνιας, στα 47 του χρόνια, ομολογεί την πλήρη αποτυχία του: δούλεψε ασταμάτητα για να συντηρήσει το κτήμα και την οικογένεια του κουνιάδου του, του καθηγητή Σερεμπριάκοφ, μόνο για να συνειδητοποιήσει ότι εκείνος ήταν κούφιος και άκαρπος. «Τεσσαράντα πέντε χρόνια δούλευα… και τίποτα δεν έκανα!» αναφωνεί, νιώθοντας ότι θυσίασε νιάτα, έρωτες και όνειρα χωρίς αντάλλαγμα. Ο μονόλογος κορυφώνεται με απόπειρα αυτοκτονίας, που αποτυγχάνει, συμβολίζοντας την ανικανότητά του ακόμα και για απόδραση.
Ο μονόλογος εμφανίζεται στην Τρίτη πράξη, μετά την επιστροφή του Βάνια από την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Σερεμπριάκοφ. Είναι κεντρικός στην τσεχωφική θεματική της ματαιότητας και της μη-αλλαγής: ο Βάνιας, παγιδευμένος σε επαρχιακή ρουτίνα, αντιπροσωπεύει την ανεκπλήρωτη ζωή των «μικρών ανθρώπων». Η Σόνια, η ανιψιά του, τον παρηγορεί με την με την περίφημη φράση «Θα ζήσουμε, θείε Βάνια… Θα δουλεύουμε», υπογραμμίζοντας την εργασία ως μόνη σωτηρία.