28.8.25

Άγγελος Τερζάκης: Ως τα έγκατα της ψυχής... Η δραματική αντίληψη της ζωής

Εθνική φυσιογνωμία στο χώρο των γραμμάτων επί σαράντα και πλέον χρόνια, ο διακεκριμένος συγγραφέας και ακαδημαϊκός
Άγγελος Τερζάκης (1907-1979) υπηρέτησε στη μακρά θεατρική ζωή του το Εθνικό Θέατρο από διάφορες ηγετικές θέσεις.
Παράλληλα, η εξέχουσα αυτή προσωπικότητα της Γενιάς του ’30 συνέγραψε πληθώρα θεατρικών έργων (πρώτο εξ αυτών υπήρξε ο «Αυτοκράτωρ Μιχαήλ», που πρωτοπαίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο το 1936), είδε αρκετά θεατρικά έργα του να παίζονται στο εξωτερικό και τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου.



Στο πλαίσιο της πλουσιότατης και πολύμορφης συγγραφικής δραστηριότητάς του, ο Τερζάκης —πνεύμα ανήσυχο, άνθρωπος με άγρυπνη συνείδηση και βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό— έγραψε πολυάριθμες επιφυλλίδες και υπήρξε βασικός συνεργάτης της εφημερίδας «Το Βήμα» επί σειράν ετών.

Μία από τις επιφυλλίδες του αυτές, δημοσιευμένη στο «Βήμα» την Τετάρτη 2 Ιουνίου 1965, είχε ως θέμα της την Τέχνη, το Θέατρο και ειδικότερα το Εθνικό Θέατρο, τη θέση τους και το ρόλο τους μέσα στην τότε ελληνική κοινωνία.
Από το εν λόγω κείμενο, που έφερε τον τίτλο «Της αναψυχής και της ψυχής», προέρχεται το ακόλουθο απόσπασμα:

[…]

Έκανα τις απλές, μελαγχολικές τούτες σκέψεις καθώς παρακολουθούσα, όπως κάθε χρόνο, μέλος κι’ εγώ της εξεταστικής επιτροπής, τις εξετάσεις της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Ένα πρόγραμμα βαρύτατο στο οκτάμηνο της σχολικής περιόδου: έξη ως εφτά ώρες διδασκαλία την ημέρα, δεκαπέντε καθηγητές διαφόρων ειδικοτήτων, τρία χρόνια φοίτηση, που υποστηρίζεται από πολλούς ότι θα έπρεπε να γίνει και τέσσερα. Ανεξάρτητα από προσωπικά εφόδια κι’ επιδόσεις των παιδιών, ένα είναι βέβαιο: πως σκοτώνονται κυριολεκτικά για να σηκώσουν το βάρος των εξετάσεών τους, είτε προαγωγικές είναι είτε για δίπλωμα. Πέντε ώρες την ημέρα φοβερή υπερένταση, τέντωμα του νευρικού συστήματος, ξεφωνητά, ιδρωκόπημα, μυϊκή καταπόνηση, κι’ αυτό από τέσσερες ημέρες ως μια βδομάδα διάρκεια για κάθε τάξη. Κι’ αυτά γιατί; Για να γίνουν αύριο διασκεδαστές του φιλισταίου (σ.σ. άνθρωπος στενών αντιλήψεων, εγωιστής και υποκριτής). Ποια μυστική διαστροφή ή ποια παράφορη φιλοδοξία μπορεί να εξηγήσει ένα τέτοιο φαινόμενο, νεαρά πλάσματα να ρίχνονται στην εξαντλητική αυτή σπουδή και άσκηση για την κατάκτηση μιας τέχνης που σχεδόν δεν έχει διεξόδους και που ο πολύς κόσμος την πιστεύει όχι σοβαρή;
Αλλά αυτή είναι η επιφάνεια. Έτσι όπως έχουν παραμορφωθεί με την τυφλή τους την εξέλιξη οι καταστάσεις της ζωής, δυσκολεύεται κανένας ν’ αναγνωρίσει και την αρχική ποιότητά τους και την εσωτερική δικαιολογία τους. Πηγαίνετε σ’ ένα θέατρο να ιδήτε ένα έργο του τρεχούμενου τύπου, διασκεδάζετε ή δεν διασκεδάζετε, ύστερα φεύγετε με την εντύπωση πως κερδίσατε ή πως χάσατε τη βραδιά σας, κερδίσατε ή χάσατε τα λεφτά που πληρώσατε για το εισιτήριο. Στην περίπτωση τούτη, σας είναι δύσκολο ν’ αναπλωρίσετε (σ.σ. αναπλέω, κινούμαι με κατεύθυνση αντίθετη προς το ρεύμα) στις απαρχές του φαινομένου ή να κάνετε μιαν αναγωγή στον καθαρό του τύπο και στην εσωτερική αφετηρία του. Αν όμως σας δοθεί η ευκαιρία να παρευρεθήτε σε κάποιες αυτόματες συγκρίσεις, αν, λόγου χάρη, σας τύχει να είσαστε μέλος μιας εξεταστικής επιτροπής και παρελάσουν μπροστά σας, διαλεγμένες, σαράντα ή πενήντα σκηνές από μεγάλα έργα όλων των αιώνων, ή τουλάχιστον από αξιόλογα έργα, τότε, χωρίς να το θέλετε, θα δεχθήτε ένα αλλόκοτο μήνυμα. Θα ξεπηδήσει μπροστά σας, αστραφτερή, ολόγυμνη σα λεπίδα σπαθιού, μια αλήθεια.




«ΤΟ ΒΗΜΑ», 2.6.1965, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Όλα αυτά τα έργα, τα γραμμένα από ποιητές κι’ όχι από κατασκευαστές, έχουν έναν ολοφάνερο στόχο: αναμοχλεύουν ως τα έγκατά της την ψυχή. Κι’ όχι μόνο την αναμοχλεύουν, αλλά τη φτερώνουν. Με πρόσχημα ένα μύθο, μια δράση, μερικές σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα και γεγονότα, κάποιες «καταστάσεις» όπως τις λέμε, επαναθέτουν έμμεσα και παραστατικά, δηλαδή υποβλητικά, το αιώνιο ζήτημα: τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, τα ερωτήματα που του γεννάει η μοίρα του. Ας παρατηρηθεί πως αυτό είναι, στην ουσία, το μόνο ζήτημα για τον άνθρωπο: το κεντρικό, το θεμελιακό, γύρω από το οποίο περιστρέφονται, σαν απλοί δορυφόροι, όλα τ’ άλλα. Να υπάρχεις ή να μην υπάρχεις, ιδού το ζήτημα — το είχε πει σε κρίσιμη καμπή της ιστορίας του ανθρώπου ο Άμλετ. Και δεν το είχε πει για να «φιλοσοφήσει». Το είχε πει πιεσμένος σκληρά να δώσει μιαν απάντηση στην προσταγή της ώρας, να καθορίσει τη θέση του. Αυτή είναι η δραματική αντίληψη της ζωής.
Όταν ιδεί κανένας έτσι το θέμα, δηλαδή καταπρόσωπο, χωρίς πλάνες κι’ οφθαλμαπάτες, καταλαβαίνει πως εδώ συμβαίνει κάτι περίεργο. Για να το συνειδητοποιήσουμε πρέπει να το αναλύσουμε: πρώτο, γίνεται αισθητό πως ό,τι πραγματεύεται την υπόθεση της ψυχής του ανθρώπου έχει και θάπρεπε να διατηρεί μιαν ιερότητα. Όλα τ’ άλλα, σε σύγκριση μ’ αυτό, γίνονται βέβηλα, δίχως νόημα, συμπτωματικά. Δεύτερο, αντιλαμβάνεται κανένας ότι έχει δημιουργηθεί μια βασική κι’ ανίερη παρεξήγηση: εκείνο που είταν στην εσώτερη ουσία του λειτούργημα της ψυχής και λειτουργία προς την ψυχή, οι άνθρωποι το πέρασαν για απλό χασομέρι. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ναός μεταβάλλεται σε τόπο εμπορίου. Τρίτο, ο φιλέρευνος παρατηρητής σημειώνει εδώ μια κρίσιμη εξέλιξη: κάτι συνέτρεξε ώστε το λειτούργημα να καταντήσει αγοραία πράξη. Κάτι φταίει που τα πράγματα πήρανε έτσι στραβό δρόμο. Οι λόγοι είναι τόσο πολύπλοκοι, που θα είταν μάταιο και ν’ αποπειραθούμε καν να τους απαριθμήσουμε τώρα. Ας περιοριστούμε να υπογραμμίσουμε την παρέκκλιση. Ούτε θα ωφελούσε να πούμε πως για την παραμόρφωση ευθύνονται τόσο οι διαδοχικές γενιές των θεατών όσο και οι ανά τους αιώνες άνθρωποι του θεάτρου. Οι μεν και οι δε μαζί αποτελούν τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος, λοιπόν, φωράται (σ.σ. συλλαμβάνομαι επ’ αυτοφώρω, πιάνομαι) εδώ να έχει προδώσει την ψυχή του. Είναι αυτονόητο ακόμα —αλλά και θέμα τεράστιο— το ότι κάποια οργανική ατέλεια φαίνεται να υπήρχε, που λειτούργησε κι’ έκανε το ανθρώπινο γένος να δείξει πως δεν είναι πάντοτε κι’ αναμφισβήτητα άξιο της ψυχής που του έχει δοθεί.





«ΤΟ ΒΗΜΑ», 2.6.1965, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Αλλά να που χτυπάμε τώρα την πόρτα της μεταφυσικής. Ας σταματήσουμε προτού μας κοπεί η ανάσα. Ας πούμε όμως πρώτα τούτο: δεν έχουμε ακόμα καταλάβει οι άνθρωποι πως ένας και μόνο μεγάλος αγώνας «πρόκειται»: να κατακτήσουμε το δικαίωμα να έχουμε ψυχή. Κάθε φορά που κάνουμε κάτι για να τ’ αποδείξουμε, κάνουμε αμέσως και κάτι άλλο για να το διαψεύσουμε. Είναι μια πολύ περίεργη ιστορία…