31.3.25

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΑΪΚΟ ΖΩΓΡΑΦΟ ΘΕΟΦΙΛΟ -ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ. Του Σταμάτη Παγανόπουλου- φωτο


Τις τελευταίες μέρες γίνονται αρκετές συζητήσεις για το λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο. Μάλιστα ο φίλτατος συγγραφέας, ποιητής Θεοχάρης Μπικηρόπουλος μας θύμισε σε μιά ανάρτησή του στο blog του ένα σπουδαίο κείμενο από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη "Ο ζωγράφος Θεόφιλος" (https://olymposvoice.blogspot.com/.../o_0782933739.html...) .
Βεβαίως ο Ελύτης έχει αναφερθεί καί στα δοκιμιακά του έργα Εν Λευκώ καί στα Ανοιχτά Χαρτιά στον Θεόφιλο.
Ομοίως καί ο Σεφέρης στις Δοκιμές,(τ. Α’-Β’-Γ') καί στα Παραλειπόμενα.
Σημειώνοντας ότι καί πολλοί άλλοι έχουν ασχοληθεί με το Θεόφιλο καί έχουν γίνει πολλές προσεγγίσεις του έργου καί της προσωπικότητάς του, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει κατά τη γνώμη μου να αποδοθεί στα κείμενα του ομοτέχνου του Γιάννη Τσαρούχη που εντρύφησε συστηματικά στο έργο του Θεόφιλου [Αγαθόν το εξομολογείσθαι( 1986), Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες,( 1989) Εγώ ειμί πτωχός και πένης( 1989), Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος( 1990), Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου ( 1992), όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτης].
  
Από τα κείμενα του Τσαρούχη, καθίσταται εμφανές πως ο Θεόφιλος αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς στους προβληματισμούς του για τις σχέσεις Ελλάδας- Δύσης.
Ο Θεόφιλος παρουσιάζεται ως ένας καλλιτέχνης που με το έργο του αναδεικνύει τα ζητήματα της πολιτισμικής διασταύρωσης Ανατολής-Δύσης και επιτυγχάνει την προσαρμογή των δυτικών στοιχείων στα νεοελληνικά συμφραζόμενα. 
Η αφομοίωση αυτή αποβαίνει επιτυχής χάρη στην αγραμματοσύνη του Θεόφιλου, ιδιότητα που απορρέει από τη λαϊκή καταγωγή του. Η αφέλεια του Θεόφιλου αξιολογείται θετικά στον βαθμό που αποκρυσταλλώνει τις νοοτροπίες της λαϊκής συλλογικότητας, στην οποία ανήκε, και στον βαθμό που τον απομακρύνει από την παγίδα του ακαδημαϊσμού και των προβλημάτων που αυτός επέφερε στην εικαστική διαχείριση του ελληνικού τοπίου. Ταυτόχρονα, τον οδηγεί ασυνείδητα στις ίδιες κατευθύνσεις με τους Ευρωπαίους μοντερνιστές, οι οποίοι, έχοντας απορρίψει τις συμβάσεις της Αναγέννησης, στρέφονται επίσης προς το αφελές και το πρωτόγονο, επιδιώκοντας να εντοπίσουν μια διαφορετική εικαστική αντίληψη του κόσμου. 

Ο Θεόφιλος επηρέασε το εικαστικό έργο του Τσαρούχη, όπως αποκρυσταλλώνεται σε συγκεκριμένα θεματικά και τεχνοτροπικά στοιχεία, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Τσαρούχης φιλοτέχνησε για το Μουσείο Θεόφιλου στη Βαρειά της Λέσβου την αυτοπροσωπογραφία του Θεόφιλου.
Η αμάθεια του Θεόφιλου εντοπίζεται επίσης στην επιχειρηματολογία του Ελύτη και χρησιμεύει ξανά ως βάση σύνδεσης του πρώτου με τη λαϊκή παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. 
Ως προς τα μοντερνιστικά στοιχεία, ο Ελύτης αναφέρεται στη γενίκευση των όγκων και στην απλοποίηση των μορφών, στοιχεία που εντοπίζει στον Θεόφιλο, όταν ο ίδιος προσπαθεί να μιμηθεί νατουραλιστικά τα αντίγραφά του, χωρίς, ωστόσο να τα καταφέρνει. 
Ο ίδιος, εξάλλου, υπενθυμίζει συνεχώς την εμπλοκή του στην ανακάλυψη του Θεόφιλου, κάτι που υπογραμμίζει συνολικά για τη γενιά του ’30, ως μορφώματος που εστίασε κατεξοχήν στη λαϊκή παράδοση, φροντίζοντας να την ανανεώσει.
Ο Σεφέρης οικοδομεί το πορτραίτο του Θεόφιλου μέσα από παραλληλισμούς με μορφές και έργα που εκπροσωπούν ένα συλλογικό αίσθημα, δηλαδή με τον Μακρυγιάννη και τον Ερωτόκριτο. Ανατρέχοντας παράλληλα στα αντίστοιχα κείμενα, καθίσταται σαφές πως ο Μακρυγιάννης με τον Θεόφιλο παρουσιάζονται ως εκπρόσωποι μιας πανάρχαιας συλλογικής παράδοσης που επιβιώνει στις δραστηριότητες και στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων. Έχοντας ως κοινή ιδιότητα τη λαϊκή τους καταγωγή και την αγραμματοσύνη, ο Θεόφιλος και ο Μακρυγιάννης διασώζουν την αυθεντική ελληνική πραγματικότητα και καταφέρνουν να την αποδώσουν στο έργο τους, προβάλλοντας έτσι όχι μόνο ένα τοπίο ή μια γλωσσική λαλιά, αλλά ταυτόχρονα έναν τρόπο αντίληψης των πραγμάτων.. 
Οι αναφορές στον Ερωτόκριτο λειτουργούν ως προς την εδραίωση μιας τέτοιας πεποίθησης, αφού το έργο του Κορνάρου δέχτηκε επιρροές από ιταλικά πρότυπα, αλλά αυτό δεν το εμπόδισε να γίνει κτήμα του λαού και να κυκλοφορήσει ευρέως στα λαϊκά στρώματα, επιβιώνοντας σε πολλές γενιές μέχρι και τη γενιά του Σεφέρη.
Παρότι, στα υπό εξέταση κείμενα, ανιχνεύονται αρκετές λαογραφικές απηχήσεις εξιδανίκευσης του λαού και της παράδοσης, τα μέλη της γενιάς του ’30 τις αξιοποιούν επιλεκτικά, έχοντας ως στόχο την κατασκευή μιας παράδοσης που θα μπορεί ταυτόχρονα να συνομιλεί με τα δυτικά στοιχεία, εξασφαλίζοντας έτσι τη νομιμοποίηση για τη συνομιλία τους με τα ευρωπαϊκά μοντερνιστικά ρεύματα. 
Η λαϊκή παράδοση, όπως οι ίδιοι την επινοούν, αποδεικνύει μεν την αδιάσπαστη συνέχειά της ανά τους αιώνες, αλλά ταυτόχρονα παραμένει ανοιχτή σε ποικίλες επιδράσεις, τις οποίες καταφέρνει πάντοτε να αφομοιώνει επιτυχώς. Με άλλα λόγια, η γενιά του ’30 επιχειρεί να συνδυάσει μια ταυτόχρονα εσωστρεφή και εξωστρεφή παράδοση που θα αναδεικνύει το πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας, χωρίς να την απομονώνει από την επικοινωνία της με ξένους πολιτισμούς.
Προς επίρρωση των παραπάνω θα επιχειρήσω να παρουσιάσω ένα απτό στοιχείο συγκρίνοντας δύο πίνακες :
Ο πρώτος (ΕΙΚΌΝΑ 1) είναι δημιουργία του Ολλανδο-βρετανού ζωγράφου Sir Lawrence Alma-Tadema(1836-1912 ) ο οποίος ανήκε στην Ακαδημαϊκή Σχολή ζωγραφικής καί υπήρξε πολύ δημοφιλής για τις εξιδανικευμένες και με εκθαμβωτικά χρώματα σκηνές του από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη.Το έργο(1881) έχει τίτλο "Σαπφώ καί Αλκαίος"(66 cm × 122 cm) καί βρίσκεται στο Walters Art Museum στη Βαλτιμόρη των ΗΠΑ.
Ο δεύτερος (ΕΙΚΟΝΑ 2) είναι το έργο του Θεόφιλου : 
« Η ποιήτρια της νήσου Λέσβου Σαπφώ καὶ ο κυθαρωδός Αλκαίος», 1932, ζωγραφική σε υπόλευκο βαμβακερό ύφασμα, 72,5 x 176,6 εκ. Συλλογή Μουσείου Θεόφιλου, Δήμου Μυτιλήνης.
Ο πίνακας του Alma–Tadema απεικονίζει τη Σαπφώ σε ένα αμφιθέατρο, ενθουσιασμένη καθώς ακούει τον Αλκαίο. Η στολισμένη κιθάρα του Αλκαίου με το όνομα του Απόλλωνα υπαινίσσεται την περίφημη υμνολογία στον Απόλλωνα του Αλκαίου.Διακρίνουμε στον πίνακα τρείς συντρόφους της Σαπφούς, η μία χωρίς όνομα καί την Ατθη στην κορυφή της σκηνής. Η πληθωρική ομορφιά της είναι κυρίαρχη σε αυτή τη συνάντηση των δύο συναδέλφων ποιητών, ίσως αναπαρίσταται ένας μουσικός διαγωνισμός ανάμεσά τους. Υπάρχουν επίσης τα ονόματα της Γογγύλας του Κολοφώνα, Μύριννο και Γύρηννο στις άδειες θέσεις τους, και ]Δίκα σε άλλη .Ο Tadema ως ζωγράφος κλασικών θεμάτων γνώριζε τα ονόματα των μαθητών της Σαπφούς . Μια άλλη μορφή στον πίνακα , η νεαρή ξανθιά γυναίκα με το χρυσοστολισμένο φόρεμα και το χρυσό στεφάνι από λουλούδια στο μπράτσο της στην πλάτη της Σαπφούς, που υποδηλώνει ένα ιδιαίτερο δεσμό μεταξύ τους. Πιθανώς η μορφή αυτή ταυτίζεται με τη Μούσα της ποίησης(Ερατώ) ή με τη δόξα αφού φέρει χρυσόστεφανο .Η ποιήτρια στηρίζεται σε τραπεζάκι πάνω στο οποίο βρίσκεται το δάφνινο στέμμα της,με το οποίο ο ζωγράφος θέλει να τονίσει τη παγκόσμια δόξα της Σαπφούς,της λεγόμενης δέκατης Μούσας.
Ο πίνακας του Θεόφιλου, που έγινε πιθανότατα μετά τη συνάντηση με τον Teriade ή τον Οδυσσέα Ελύτη, φαίνεται προφανώς να είναι αντίγραφο του πίνακα του Alma-Tadema . Η ίδια σκηνή, το ίδιο τοπίο, οι ίδιες θέσεις σωμάτων υποδηλώνουν ότι ο φτωχός, παιδικός, απλοϊκός Θεόφιλος λειτούργησε σαν να είχε την εικόνα του Tadema μπροστά στα μάτια του.
Στους δύο πίνακες ο Αλκαίος, που φαίνεται σε προφίλ, κάθεται σε ένα χαρακτηριστικό κάθισμα καί παίζει την στολισμένη κιθάρα του-στη δεξιά πλευρά του - που επιφέρει το όνομα του Απόλλωνα. Ο Θεόφιλος στον πίνακά του προβάλλει την ποιήτρια του νησιού του τη Σαπφώ, αν και οι δύο ποιητές ήταν συνάδελφοι. Οι μαθητές της Σαπφούς, σε αντίθεση με τον πίνακα του Alma-Tadema, απεικονίζεται χωρίς ονόματα. Το ίδιο και οι γυναίκες θεατές, με φορέματα που μοιάζουν με τα δημοφιλή φορέματα της εποχής του Θεόφιλου, .
Η εικόνα του Tadema εκφράζει τη νοσταλγία μιας χαμένης χρυσής εποχής.
Ο Θεόφιλος εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την εικόνα του Alma-Tadema που το αναπαρήγαγε καί σε έναν σε άλλο πίνακα (ΕΙΙΚΟΝΑ 3) ,σε τοιχογραφία από τη Γέρα-Λέσβο, με άλλες διαφορές. Σε αυτόν τον πίνακα η Σαπφώ με την Αφροδίτη και τον Αλκαίο είναι μόνες με μια γάτα στον κήπο ενός σπιτιού (όπως εκείνα τα αρχοντικά στη Βαρειά της Μυτιλήνης).  
Έξω από τα τείχη δύο άντρες, θεατές ντυμένοι ως Βυζαντινοί ευγενείς, και δύο κορίτσια ντυμένα με στιλ της αρχαιότητας, παρακολουθούν τη συνάντηση των δύο ποιητών . Σε αυτόν τον τρίτο πίνακα, που ονομάζεται "Η ποιήτρια του νησιού της Λέσβου Σαπφώ, και Αλκαίος, γιος του Πιττακού" η πιο σημαντική διαφορά έγκειται στο φόντο ,όπου διακρίνουμε τη θάλασσα , ένα πλοίο και σε απόσταση αρχαία μνημεία και ίσως ο Παρθενώνας στοιχεία που τονίζουν τη νοσταλγία για τη χρυσή χαμένη αρχαιότητα .
Η διπλή μίμηση της εικόνας του Alma-Tadema από τον Θεόφιλο , αποφαίνεται απτά τις παραδοχές των τριών προσωπικοτήτων που περιγράψαμε παραπάνω για τον λαμπρό λαϊκό καλλιτέχνη , για τον οποίο ο Οδυσσέας Ελύτης είπε ότι είναι : «ο ζωγράφος που μας συνδέει με τον αυθεντικό άγνωστο εαυτό μας» καί ταυτόχρονα είναι το τέλειο παράδειγμα για να εξερευνήσουμε τη διάχυτη παρουσία του ελληνικού μύθου που ο ρομαντικός Άλμα-Tadema ονειρευόταν.