Το Πανελλήνιο Σωματείο Θεάτρου Σκιών, ως ο παλαιότερος οργανωμένος φορέας αυτής της τέχνης στην Ελλάδα, έχει ορίσει ως Παγκόσμια Μέρα Θεάτρου Σκιών την 28η Μαρτίου. Την ημέρα αυτή
Αυτή η εορτή θυμίζει τα παιδικά μας χρόνια ,όταν καθόμαστε ώρες πολλές με το κοπίδι και το σφυρί στα χέρια να σκαλίζουμε διάφορες φιγούρες του Καραγκιόζη, για να δώσουμε το βράδυ στην αυλή μας -τα παλιά νεοκλασσικά σπίτια στα Εξάρχεια είχαν σχεδόν όλα αυλή- παράσταση για τους φίλους μας και την πιτσιρικαρία της γειτονιάς -με εισιτήριο παρακαλώ μιά δεκάρα-, βασιζόμενοι εν μέρει στις φυλλάδες που αγοράζαμε στα περίπτερα και εν μέρει στον αυτοσχεδιασμό, κάνοντας , χωρίς να το ξέρουμε παίζοντας τέχνη (παιχνίδι καί τέχνη διαλέγετε καί παίρνετε ,αδιάφορο ). Πάντως δεν υπήρχε μέσα μας καμιά ματαιοδοξία. Ήμασταν συγχρόνως δημιουργοί και κοινό και άθελά μας απονέμαμε στον Καραγκιόζη τις πραγματικές διαστάσεις του.
Έπρεπε να περάσουν χρόνια, να ενηλικιωθούμε, για να πληροφορηθούμε από τις βαρυσήμαντες κουβέντες του ενός και του άλλου πως ο Καραγκιόζης έχει γραμματολογική φυσιογνωμία, φιλοσοφικό νόημα, πώς στέλνει «μηνύματα», διαπλάθει χαρακτήρες, και τονώνει ή εκτονώνει-αναλόγως-το εθνικόν φρόνημα.Κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι ξενόφερτο είδος .Ποτέ δεν το είδαμε σαν τέτοιο , κι αν είναι ας είναι,δεν θα μπούμε σ' αυτή τη συζήτηση.Ξαφνικά και χωρίς κανένα αποχρώντα λόγο, ο Καραγκιόζης άρχισε να μας «προβληματίζει». Ο φίλτατος αυτός, ο ταπεινός και ανυστερόβουλος και αφιλόδοξος σύντροφος των παιδικών μας χρόνων άρχισε να χάνει την φυσιογνωμία του μέσα στην αχλύ των αισθητικο-φιλοσοφικών θεωριών. Αλήθεια κάτι, ανάλογο δεν έγινε και με τον Μακρυγιάννη;Ο Βλαχογιάννης, ο μεγάλος πολέμαρχος της λογοτεχνίας μας, τον ανεκάλυψε με πολλή τύχη, τον «αναστήλωσε» με πολύν κόπο, και τον εξέδωσε, μετά από πολλά εξευτελιστικά διαβήματα προς τους πλουσίους της εποχής, εν έτει 1907,για τον ξανα-ανακαλύψουμε ύστερα από 35 χρόνια, οπότε καί άρχισαν οι "ειδικοί" να συναγωνίζονται ποιος θα τον παρουσιάσει πρώτος, θα τον αναλύσει και θα τον διδάξει στους "αδαείς"νεο-Ελληνες.
Μ' όλα αυτά αρχίσαμε να διερωτώμαστε , με αναδρομική αγωνία,αν υπήρξαμε θρασύτατοι ιερόσυλοι που αγγίξαμε απαραβίαστα αντικείμενα πού ανήκουν στη δικαιοδοσία ενός αισθητικο-φιλοσοφικού ιερατείου να αυτοκατηγορούμαστε πως είχαμε τότε-χωρίς να το καταλάβουμε-επαναλάβει τον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου «που έκανε πρόζα χωρίς να το ξέρη»; Για μας, με το απλό παιδικό αισθητήριο-και τίποτα παραπάνω-ο Καραγκιόζης ήταν πρόσωπο της καθημερινής ζωής μας. Και στο σημείο αυτό παραμένουμε, ύστερα από τόσα χρόνια και παρ’ όλες τις θεωρίες που αναπτύχθηκαν εν τω μεταξύ. Σ’ αυτή την απλή, την άξεστη, τη βάναυση και ακατέργαστη θεώρησή του. Αυτήν που μας δίδαξαν ο Μόλλας και ο Σωτήρης Σπαθάρης.
A piece of my art : "Μιά εικόνα του θεάτρου σκιών-Καραγκιόζης καί Χατζηαβάτης"(Μαρκαδόροι σε χαρτόνι μακέτας ,50χ70)