8.6.26

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ. Γράφει ο Σταμάτης Παγανόπουλος

A piece of my art: "Στον Κήπο της Λήθης"
(Ακρυλικά,30χ40)

Υπάρχει ένας τόπος όπου το φως δεν αναζητά πια την προέλευσή του, απλώς καταθέτει την παρουσία του ως ήρεμη βεβαιότητα. Εκεί, τα χρώματα δεν περιγράφουν τον κόσμο, αλλά τον αναστοχάζονται, σαν να επιχειρούν να θυμηθούν τι σημαίνει να γεννιέται κάτι χωρίς παρελθόν. Στον Κήπο της Λήθης, ο άνθρωπος δεν περπατά για να φτάσει, αλλά για να αποδεσμευτεί.
Το βήμα του δεν αφήνει ίχνος, γιατί το έδαφος δεν κρατά τίποτα, ούτε ιστορία ούτε πρόθεση. Μόνο μια αμυδρή θερμότητα, σαν υπόμνηση ότι η ύπαρξη μπορεί να είναι απλή.
Τα δέντρα δεν υψώνονται για να δηλώσουν μορφή. Στέκουν σαν λεπτές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο πριν και στο μετά, σαν όρια που δεν επιβάλλονται αλλά υποδεικνύουν. Το φύλλωμα δεν θροΐζει, δεν θέλει να μιμηθεί τον άνεμο. Είναι μια ακινησία που δεν παγώνει, μια σιωπή που δεν απαιτεί. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπή, ο άνθρωπος νιώθει μια άηχη κίνηση που εκφράζει νόημα, μια μετατόπιση του φωτός που μοιάζει να τον αναγνωρίζει χωρίς να τον κατονομάζει.
Το κόκκινο ένδυμα δεν είναι σύμβολο. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάποτε υπήρξε επιθυμία, όχι ως πάθος αλλά ως δυνατότητα. Το χρώμα δεν διεκδικεί, απλώς δηλώνει ότι η ζωντάνια δεν χάνεται, μόνο μετασχηματίζεται. Το γυμνό πόδι αγγίζει τη γη χωρίς να την κατέχει. Η επαφή δεν είναι πράξη κυριαρχίας, αλλά μια ήρεμη συμφωνία ανάμεσα στο σώμα και τον τόπο.
Εδώ, η λήθη δεν είναι απώλεια. Είναι μια συνειδητή αποδέσμευση από ό,τι δεν χρειάζεται να συνεχιστεί. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αφήνει να πέσουν από πάνω του οι λέξεις που τον περιόρισαν, οι μνήμες που τον σκίασαν, οι φόβοι που τον καθόρισαν. Η λήθη γίνεται ένας τρόπος να δει τον κόσμο χωρίς το βάρος της ερμηνείας. Να σταθεί μέσα στο χρώμα όπως στέκεται κανείς μέσα στο νερό: χωρίς να το ορίζει, χωρίς να το αντιστέκεται.
Και τότε ο κήπος ανοίγει προς τα μέσα. Το τοπίο γίνεται διάφανο, όχι επειδή χάνει την ύλη του, αλλά επειδή επιτρέπει στο βλέμμα να διαπεράσει τις επιφάνειες. Τα μπλε και τα πράσινα δεν μιλούν για ουρανό ή φύλλα, μιλούν για την ηρεμία που επιστρέφει όταν ο νους παύει να υπεραναλύει. Τα κίτρινα και τα πορτοκαλιά δεν αναφέρονται στον ήλιο, αναφέρονται στη θερμότητα που αναδύεται όταν ο άνθρωπος συμφιλιώνεται με τον εαυτό του. Κάθε χρώμα είναι μια κατάσταση συνείδησης, μια λεπτή μετατόπιση προς την εσωτερική διαύγεια.
Στον Κήπο της Λήθης, ο άνθρωπος δεν ξεχνά για να χαθεί. Ξεχνά για να μπορέσει να σταθεί χωρίς το βάρος των ονομάτων, χωρίς την αγωνία της συνέχειας, χωρίς την ανάγκη να εξηγήσει. Η λήθη γίνεται μια αθόρυβη πράξη ελευθερίας. Μια επιστροφή στο σημείο όπου η ύπαρξη δεν είναι ακόμη αφήγηση, αλλά καθαρή δυνατότητα.
Και όταν ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του προς τον κήπο, αντιλαμβάνεται πως δεν βρίσκεται μπροστά σε ένα τοπίο, αλλά σε έναν καθρέφτη που δεν αντανακλά μορφή, αλλά κατάσταση. Ο κήπος δεν ζητά να τον θυμούνται. Υπάρχει για να υπενθυμίζει ότι η λήθη δεν είναι σβήσιμο, αλλά άνοιγμα. Ότι η μνήμη δεν είναι πάντοτε λύτρωση. Ότι η αλήθεια μπορεί να βρίσκεται στην απλότητα του φωτός που δεν διεκδικεί.
Κι έτσι, στον Κήπο της Λήθης, ο άνθρωπος μαθαίνει να περπατά ξανά. Όχι προς κάποια κατεύθυνση, αλλά προς μια εσωτερική ηρεμία. Εκεί όπου το χρώμα γίνεται σκέψη, η σιωπή γίνεται καταφύγιο, και η λήθη γίνεται ο πιο ήπιος τρόπος να θυμηθεί κανείς τον εαυτό του.