![]() |
A piece of my art : "Η Οδός προς Εμμαούς" (Μολύβι,50χ70) |
Παρόλο που οι αριθμοί ποικίλλουν ανάλογα με την πηγή, παραδοσιακά αναγνωρίζονται 10 έως 11 κύριες εμφανίσεις κατά τη διάρκεια των 40 ημερών μέχρι την Ανάληψη. Η αρχή έγινε το πρωί της Κυριακής, όταν ο Χριστός εμφανίστηκε πρώτα στη Μαρία τη Μαγδαληνή έξω από το κενό μνημείο. Λίγο αργότερα, συνάντησε τις Μυροφόρες που έφευγαν από τον τάφο.Την ίδια ημέρα, ο Ιησούς πλησίασε τον Κλεόπα και έναν άλλο μαθητή ,καθώς περπατούσαν προς το χωριό Εμμαούς. Αν και τους ερμήνευε τις Γραφές καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής, τα μάτια τους «κρατήθηκαν» και Τον αναγνώρισαν μόνο το βράδυ, κατά τη διάρκεια του δείπνου, τη στιγμή που Εκείνος ευλόγησε και έκοψε το ψωμί.Το βράδυ της ίδιας Κυριακής, ο Χριστός εμφανίστηκε στους Μαθητές στο Υπερώο, μπαίνοντας από τις κλειστές πόρτες. Χρειάστηκε να περάσουν οκτώ ημέρες για να επαναληφθεί η εμφάνιση στο ίδιο μέρος, ώστε ο Θωμάς να ψηλαφήσει τα σημάδια των ήλων και να ομολογήσει την πίστη του.
Αργότερα, στη Λίμνη της Τιβεριάδος, φανερώθηκε σε επτά μαθητές που ψάρευαν. Μετά από μια θαυμαστή ψαριά που τους υπέδειξε, έφαγε μαζί τους στην ακτή, επιβεβαιώνοντας την υλική παρουσία του σώματός Του. Ακολούθησε η εμφάνιση σε ένα όρος της Γαλιλαίας, όπου έδωσε στους Έντεκα την αποστολή να διδάξουν σε όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τα στο όνομα της Αγίας Τριάδας.
Ο κύκλος των εμφανίσεων ολοκληρώθηκε 40 ημέρες μετά την Ανάσταση, στο Όρος των Ελαιών. Εκεί, αφού έδωσε τις τελευταίες Του οδηγίες και την ευλογία Του, αναλήφθηκε στους ουρανούς μπροστά στα μάτια των μαθητών Του, υποσχόμενος πως θα είναι μαζί τους «πάσας τας ημέρας».
Η «Οδός προς Εμμαούς» περιγράφεται στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο (Λουκ. 24:13–35) και κατέχει ξεχωριστή θέση ανάμεσα σε όλες τις αφηγήσεις της μετα-ανάστασης παράδοσης,γιατί ο Χριστός αποκαλύπτει πως η παρουσία Του στον κόσμο συνεχίζεται πλέον μέσα από την ερμηνεία των Γραφών και, κυρίως, μέσα από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Η δραματική δομή της αφήγησης έχει γοητεύσει θεολόγους, φιλοσόφους, ψυχολόγους, λογοτέχνες και καλλιτέχνες για είκοσι αιώνες.
Εδώ θα επιχειρήσω να την προσεγγίσω μέσα από διάφορες επιστημονικές διαστάσεις. Κάθε διάσταση αποκαλύπτει μια διαφορετική πτυχή του κειμένου,αλλά καμιά προσέγγιση δεν εξαντλεί το νόημά του. Αυτή η αστείρευτη πολυσημία είναι ίσως το βαθύτερο χαρακτηριστικό της αφήγησης ,όπως ακριβώς ο Άγνωστος ταξιδιώτης δεν αναγνωρίζεται, έτσι και το κείμενο αντιστέκεται στην οριστική ερμηνεία.
Α. Η Αφήγηση και η Αίγλη της
Η «Οδός προς Εμμαούς» περιγράφεται στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο (Λουκ. 24:13–35) και κατέχει ξεχωριστή θέση ανάμεσα σε όλες τις αφηγήσεις της μετα-ανάσταση παράδοσης.
Η «Οδός προς Εμμαούς» είναι μια αφήγηση για την κρυμμένη παρουσία, για τον δρόμο ως τόπο αποκάλυψης, για την αναγνώριση που έρχεται τη στιγμή της εξαφάνισης. Η δραματική δομή της έχει γοητεύσει θεολόγους, φιλοσόφους, ψυχολόγους, λογοτέχνες και καλλιτέχνες για είκοσι αιώνες.
Εδώ θα επιχειρήσω να προσεγγίσω την αφήγηση μέσα από διάφορες επιστημονικές διαστάσεις. Κάθε διάσταση αποκαλύπτει μια διαφορετική πτυχή του κειμένου,αλλά καμιά προσέγγιση δεν εξαντλεί το νόημά του. Αυτή η αστείρευτη πολυσημία είναι ίσως το βαθύτερο χαρακτηριστικό της αφήγησης ,όπως ακριβώς ο Άγνωστος ταξιδιώτης δεν αναγνωρίζεται, έτσι και το κείμενο αντιστέκεται στην οριστική ερμηνεία.
Β.Βιβλική-Κριτική Διάσταση
Η αφήγηση της Εμμαούς απαντά αποκλειστικά στον Λουκά (24:13–35) με ένα σύντομο παράλληλο στο παρίσταμα του Μάρκου (16:12–13), χωρίς ωστόσο την αφηγηματική πυκνότητα του Λουκά . Από την άποψη της ιστορίας συντακτικής παράδοσης το κείμενο φέρει ανεξίτηλα τα ίχνη του ύφους του Λουκά : η ύπαρξη ζεύγους μαθητών, ο δρόμος ως τόπος θεοφανίας, η συνδεσμολογία ερμηνείας Γραφών με ευχαριστιακή τελετή, η επίκληση της «καιόμενης καρδιάς».
(α) Πηγή και Ιστορικότητα
Οι βιβλικοί κριτικοί διχάζονται. Η μία σχολή βλέπει στο κείμενο ένα θρύλο, μια αφηγηματική ανάπτυξη θεολογικής πεποίθησης με ελάχιστο ιστορικό πυρήνα. Η άλλη σχολή υπογραμμίζει τη συγκεκριμένη λεπτομέρεια («έξι δέκα στάδια» = περ. 11 χλμ., η αναφορά στον Κλεόπα ως ονοματισμένου μάρτυρα) ως ένδειξη αυθεντικής ανάμνησης. Το γεγονός ότι ο ένας εκ των δύο οδοιπόρων παραμένει ανώνυμος έχει προκαλέσει ποικίλες ερμηνείες: ανωνυμία ως πρόσκληση αναγνώρισης του εαυτού μας στο κείμενο, ή ανωνυμία ως απλό σημάδι ενός μάρτυρα που δεν αναδείχθηκε ως εκκλησιαστική αυθεντία.
(β) Η Δομή ως Θεολογία
Το κείμενο ακολουθεί μια αναγνωρίσιμη δομή εναλλαγής αποτυχίας και αποκάλυψης: απελπισία , ερμηνεία Γραφών , φιλοξενία , ανάκληση ,εξαφάνιση , επιστροφή στην κοινότητα. Αυτή η δομή είναι σκόπιμη: η αποκάλυψη δεν είναι θρίαμβος αλλά διεργασία ,η αναγνώριση ακολουθεί την ευπάθεια.
Γ. Ιστορική-Γεωγραφική Διάσταση
Ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα της αφήγησης παραμένει η ταυτότητα της Εμμαούς. Ο Λουκάς αναφέρει απόσταση «εξήκοντα σταδίων» (περ. 11 χλμ.) από την Ιερουσαλήμ, ενώ ορισμένα χειρόγραφα αναφέρουν «εκατόν εξήκοντα στάδια» (περ. 30 χλμ.). Η διαφορά αυτή έχει οδηγήσει σε πολλαπλές υποψήφιες τοποθεσίες.
Τρεις κυρίως τοποθεσίες έχουν προταθεί: το Αμβλάς (σημερινό Imwas, 30 χλμ. από την Ιερουσαλήμ), η Αμμάους-Νικόπολις (η σημαντικότερη αρχαιολογικά υποψήφια), και το Κεφιρά ή Αμπού Γκος (περ. 11 χλμ.). Η αρχαιολογία δεν έχει δώσει οριστική απάντηση.
Η ασάφεια της γεωγραφίας, παραδόξως, ενισχύει τη συμβολική ισχύ της αφήγησης. Η Εμμαούς δεν είναι ένας συγκεκριμένος τόπος στον χάρτη, είναι ένας τύπος τόπου , ο δρόμος της αποχώρησης, η κατεύθυνση της φυγής από το τραύμα. Το ότι οι οδοιπόροι επιστρέφουν στην Ιερουσαλήμ ενισχύει αυτή τη διπολικότητα : η πόλη είναι και τόπος σταύρωσης και τόπος κοινότητας.
Ιστορικά, η περίοδος της σύνταξης (περ. 80–85 μ.Χ.) συμπίπτει με την τραυματική μνήμη της καταστροφής του 70 μ.Χ. Η κοινότητα του Λουκά γράφει από έναν κόσμο μετα-αποκαλυπτικό, όπου ο Ναός έχει χαθεί και η πίστη αναζητά νέα κέντρα. Σε αυτό το πλαίσιο, η αφήγηση για δύο οδοιπόρους που βρίσκουν τον Αναστάντα Χριστό εκτός Ιερουσαλήμ αποκτά εκκλησιολογική ηχώ: η παρουσία δεν δεσμεύεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο.
Δ. Θεολογική Διάσταση
Θεολογικά, η αφήγηση αναπτύσσει μια χριστολογία της κεκρυμμένης παρουσίας (Deus absconditus). Ο Αναστάς Χριστός δεν εμφανίζεται με δόξα ,συνοδεύει αθόρυβα, ερωτά, ακούει. Η αναγνώρισή Του γίνεται στο «κλάσμα του άρτου» , ευχαριστιακή αναφορά εντόνως σκόπιμη για τον Λουκά και αμέσως μετά «ἄφαντος ἐγένετο». Η αποκάλυψη συμπίπτει με την απόσυρση.
(α) Η Ευχαριστία ως Τόπος Αναγνώρισης
Για την πρώιμη Εκκλησία, αυτή η δομή ήταν πρόγραμμα: ο Αναστάς Χριστός γνωρίζεται στην κοινή τράπεζα, στην κοινή ανάγνωση των Γραφών. Η λειτουργική εμπειρία αναπαριστά και ανανεώνει την «Οδό». Η σύγχρονη λειτουργική θεολογία ανέδειξε πώς αυτή η αφήγηση εγκαθιδρύει ένα πρότυπο: Λόγος (ερμηνεία Γραφών στον δρόμο) , Τράπεζα (κλάσμα άρτου) , Αποστολή (επιστροφή στην κοινότητα).
(β) Η Απελπισία ως Προϋπόθεση
Θεολογικά σημαντική είναι επίσης η λεπτομέρεια ότι οι μαθητές «ἐπορεύοντο» , έφευγαν. Δεν αναζητούν τον Αναστάντα Χριστό, τον συναντούν στη φυγή. Αυτή η δομή — απελπισία ως προϋπόθεση της χάρης — αντηχεί στη μεταγενέστερη θεολογία (Αυγουστίνος, Λούθηρος, Ρωμανός Μελωδός) ως η κατ' εξοχήν δομή της θεολογικής εμπειρίας.
Ε.Φιλοσοφική Διάσταση
Η αφήγηση προκαλεί ενδιαφέρον φιλοσοφικά από τουλάχιστον τρεις οπτικές γωνίες: ερμηνευτική (πώς αναγνωρίζουμε ό,τι αναγνωρίζουμε), φαινομενολογία του Άλλου (πώς ο ξένος γίνεται φίλος) και επιστημολογία πίστης.
(α) Hans-Georg Gadamer: Ορίζοντες και Κατανόηση
Ο Γερμανός φιλόσοφος Gadamer,μαθητής του Χαϊντεγκερ, επίγονος της γενικής φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και ιδρυτής της φιλοσοφικής σχολής της ερμηνευτικής, η οποία επηρέασε εκ βάθρων τη νεώτερη φιλοσοφία και γλωσσολογία ,θα αναγνώριζε στην αφήγηση μια κλασική εικόνα της ερμηνευτικής κυκλικότητας( «Ο Λόγος στην Εποχή της Επιστήμης» ,Εκδ.Νήσος,1997). Οι δύο οδοιπόροι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τον Ιησού γιατί ο ορίζοντας της κατανόησής τους έχει ήδη κλειστεί από την κατηγορία «πέθανε». Η ερμηνεία των Γραφών που προσφέρει ο Άγνωστος δεν τους δίνει πληροφορίες ,μεταμορφώνει τον ορίζοντά τους. Η «συγχώνευση οριζόντων» (Horizontverschmelzung) δεν επιτυγχάνεται στον δρόμο αλλά στην τράπεζα , δηλαδή, ο νέος ορίζοντας δεν είναι θεωρητικός αλλά βιωματικός.
(β) Emmanuel Levinas: Το Πρόσωπο του Άλλου
Ο Γαλλοεβραίος φιλόσοφος, γνωστός για το έργο του στον υπαρξισμό, την ηθική, την οντολογία και την ιουδαϊκή φιλοσοφία και θεολογία Emmanuel Levinas θα σταθεί στην ηθική διάσταση: οι μαθητές φιλοξενούν τον άγνωστο — «κάθισε μαζί μας, γιατί νυχτώνει». Η πρόσκληση προηγείται της αναγνώρισης. Αυτή η δομή — η ηθική υποδοχή του Άλλου πριν από οποιαδήποτε γνώση της ταυτότητάς Του — είναι, για τον Levinas, ο μόνος δρόμος προς την αλήθεια («Ηθική και Απειρο»,Εκδ.Ινδικτος,2007). Ο Ιησούς αναγνωρίζεται επειδή φιλοξενήθηκε, όχι επειδή αναζητήθηκε.
(γ) Paul Ricoeur: Αφήγηση και Ταυτότητα
Ο Γάλλος φιλόσοφος Ricoeur ,που ασχολήθηκε με τη φαινομενολογία, τον υπαρξισμό, τη φιλοσοφία της γλώσσας, την ψυχανάλυση και την αναλυτική φιλοσοφία ,θα αναδείκνυε την αφήγηση αυτή ως πρότυπο «αφηγηματικής ταυτότητας»: τα δύο πρόσωπα ανακαλύπτουν ποιοι είναι μέσα από τη διήγηση της ιστορίας τους σε έναν Άγνωστο. Η ερώτηση «τί ήταν αυτά που συζητούσατε;» τους αναγκάζει να αρθρώσουν την απώλεια. Η αφήγηση της αποτυχίας είναι η πρώτη κίνηση της θεραπείας(«Η Λειτουργία»,Εκδ.Καρδαμίτσα.1990).
ΣΤ. Ψυχολογική Διάσταση
Η ψυχολογία προσφέρει ίσως την πιο «κοσμική» αλλά και εξίσου γόνιμη ανάγνωση. Η αφήγηση περιγράφει μια σειρά από αναγνωρίσιμες ψυχολογικές διεργασίες που δεν απαιτούν θεολογική ερμηνεία για να γίνουν κατανοητές , και, παράλληλα, η θεολογική ερμηνεία τους δεν αναιρείται από την ψυχολογική περιγραφή.
(α) Θεωρία Πένθους και Αναδόμηση
Οι δύο μαθητές βρίσκονται σε έναν αναγνωρίσιμο τόπο πένθους : το όνειρό τους έχει καταρρεύσει («ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦν τὸν Ἰσραήλ»). Η κίνηση μακριά από την Ιερουσαλήμ είναι χαρακτηριστική αντίδραση φυγής. Σύμφωνα με τη σύγχρονη θεωρία του πένθους ,και ειδικότερα ,όπως τις κατέγραψαν στο μοντέλο των Τεσσάρων Φάσεων του Πένθους ( «Four Phases of Grief» ) οι John Bowlby και Colin Murray Parkes -προκύπτει από τη θεωρία του δεσμού (attachment theory),η οποία υποστηρίζει ότι το πένθος είναι μια φυσιολογική, προσαρμοστική απόκριση στη διακοπή ενός σημαντικού δεσμού, εξελισσόμενο σε τέσσερα στάδια: μούδιασμα, λαχτάρα, αποδιοργάνωση και αναδιοργάνωση («Θεωρία του Δεσμού»,Εκδ.Ελληνικά Γράμματα,2009). Η πορεία προς την Εμμαούς αντιστοιχεί στη φάση «αναζήτησης και επαναφοράς» , η σωματική κίνηση ως απόδραση από την ανυπόφορη παρουσία της απώλειας.
(β) Ο Ξένος ως Θεραπευτικός Χώρος
Η παρουσία του Αγνώστου δημιουργεί ό,τι η κλινική ψυχολογία ονομάζει «ασφαλή χώρο»: ένα μη-απειλητικό περιβάλλον στο οποίο η αφήγηση της απώλειας μπορεί να εκφραστεί. Ο ξένος δεν παρηγορεί πρόωρα , ρωτά. Αυτή η δομή (ερώτηση , αφήγηση ,αναδιάρθρωση) αντιστοιχεί θαυμαστά στη δομή της θεραπευτικής συνομιλίας .
(γ) Η «Καιόμενη Καρδιά» ως Σωματική Γνώση
Η εκ των υστέρων αναγνώριση — «οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν;» — περιγράφει αυτό που σύγχρονη γνωστική ψυχολογία αποκαλεί «εκ των υστέρων νόηση» (hindsight cognition) και η ψυχολογία του σώματος αναγνωρίζει ως «σωματική γνώση» (somatic knowing). Η αλήθεια παρέμεινε καταχωρημένη στο σώμα — ανεπεξέργαστη — μέχρι να βρει λόγια.
Σε αυτή τη διάσταση, η αφήγηση της Εμμαούς δεν είναι απλώς μια θρησκευτική ιστορία: είναι ένα εκπληκτικά ακριβές πορτρέτο του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι επεξεργάζονται την απώλεια και βρίσκουν ξανά νόημα.
Ζ. Αφηγηματολογική Διάσταση
Από την οπτική της αφηγηματολογίας, η «Οδός προς Εμμαούς» είναι ένα εξαιρετικά επεξεργασμένο αφηγηματικό δημιούργημα. Η δομή της ακολουθεί κλασικές αρχές ανάπτυξης αφήγησης, τις οποίες ορισμένοι μελετητές έχουν συνδέσει με αρχαία ελληνικά λογοτεχνικά πρότυπα (ιδίως το σχήμα του «ξένου ταξιδιώτη» και της αποκάλυψης.
(α) Αναγνώριση κατά τον Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης στην Ποιητική θεωρεί την αναγνώριση ως μία από τις ισχυρότερες αφηγηματικές κινήσεις : τη μετάβαση από άγνοια σε γνώση. Η «Οδός» εκτυλίσσεται ακριβώς ως δράμα αναγνώρισης , αλλά με μια κρίσιμη αντιστροφή: η αναγνώριση σημαδεύεται όχι από μια ακόμη εμφάνιση αλλά από εξαφάνιση. Αυτό είναι αφηγηματικά τολμηρό: η «κορύφωση» είναι μια απουσία.
(β) Αφηγητής, Εστίαση και Ειρωνεία
Ο αφηγητής χρησιμοποιεί ειρωνεία θέσης : ο αναγνώστης γνωρίζει αυτό που οι χαρακτήρες δεν γνωρίζουν. Αυτή η ενημερωτική ανισότητα οδηγεί σε μια ιδιαίτερη ένταση , παρακολουθούμε δύο ανθρώπους να συνομιλούν με τον Αναστάντα Χριστό χωρίς να το ξέρουν. Η ειρωνεία δεν είναι κωμική αλλά ελεγειακή: η τραγωδία της ανθρώπινης τύφλωσης αποδίδεται με αξιοθαύμαστη ευαισθησία.
(γ) Ο Δρόμος ως Αφηγηματικός Τόπος
Από τον Όμηρο ως τον Κέρουακ, ο δρόμος είναι ο κατ' εξοχήν αφηγηματικός χώρος : τόπος μετάβασης, απρόσμενης συνάντησης, μεταμόρφωσης. Ο Λουκάς χρησιμοποιεί αυτή τη σύμβαση με επίγνωση. Ολόκληρο το ευαγγέλιό του διαρθρώνεται γύρω από ένα ταξίδι (9:51: «ἐστήριξεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πορεύεσθαι εἰς Ἱερουσαλήμ») — η «Οδός προς Εμμαούς» είναι η αντίστροφη κίνηση, η επιστροφή, που κλείνει τον κύκλο.
Η. Η Οδός προς Εμμαούς στην Τέχνη και τον Πολιτισμό
Η αφήγηση έχει εμπνεύσει αδιάλειπτα την τέχνη, τη λογοτεχνία και τη μουσική.
(α) Ζωγραφική
Ζωγράφοι από τον Pontormo (16ος αι.) ως τον Rembrandt (17ος αι.) και τον Caravaggio αγωνίστηκαν με το αφηγηματικό παράδοξο: πώς ζωγραφίζεις μια αναγνώριση που συμπίπτει με εξαφάνιση; Ο Rembrandt λύνει τον κόμπο διατηρώντας τον Ιησού στο φως αλλά με αποστροφή του βλέμματος , παρών και ήδη απόν (τα έργα αυτά μπορούν εύκολα να βρεθούν στο διαδίκτυο).
(α) Λογοτεχνικη ηχώ
Στη λογοτεχνία, η δομή του Εμμαούς επιστρέφει επανειλημμένα. Ο T.S. Eliot στην «Ερημη Χώρα» αναφέρεται ρητά: «Who is the third who walks always beside you ?/«Ποιος είναι ο τρίτος που περπατά πάντα δίπλα σου;» (Τρίτο Μέρος , “The Fire Sermon”.Τονίζει την νεωτερική ερημία που κουβαλά ακόμη μέσα της το ίχνος μιας παλαιότερης, ιερής συνοδοιπορίας. Η φράση από την Έρημη Χώρα και η σκηνή της Οδού προς Εμμαούς ανήκουν στην ίδια αρχέγονη εμπειρία: την εμπειρία του τρίτου που βαδίζει μαζί μας όταν η συνείδηση έχει φτάσει στο όριό της.Ο Έλιοτ παίρνει αυτή την αρχέγονη δομή της αφήγησης και τη μεταφέρει στη νεωτερικότητα, όπου η θεϊκή παρουσία δεν είναι πια δεδομένη. Η ερώτηση :«Ποιος είναι ο τρίτος που περπατά πάντα δίπλα σου;» δεν είναι θεολογική, είναι μεταθεολογική. Δεν κατονομάζει τον συνοδοιπόρο, δεν τον ταυτίζει με τον Χριστό, αλλά αφήνει ανοιχτό το πεδίο της εμπειρίας: υπάρχει κάτι που βαδίζει μαζί σου, ακόμη κι αν δεν μπορείς να το αναγνωρίσεις.
Ο Ντοστογιέφσκι στους Αδελφούς Καραμαζόφ εντάσσει παρόμοια δομή στο «Θρύλο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή». Ο Βιολέτα Παρά, η Σιμόν Βέιλ, ο Κάρλος Καρέτο ,παρόλο που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές παραδόσεις, εντάσσονται στην ίδια δομή.
(β) Η Εμμαούς στη σύγχρονη εποχή
Στον 20ό αιώνα, η μεταφορά της Οδού προς Εμμαούς χρησιμοποιήθηκε και από κοσμικά κινήματα: η «Κίνηση Εμμαούς» (Abbé Pierre, 1949) ανέπτυξε έναν ευρέως διαδεδομένο φιλανθρωπικό οργανισμό βασιζόμενη στη δομή «ο απελπισμένος ξένος που σε σώζει επειδή τον σώζεις». Η αφήγηση δεν ανήκει μόνο στη θρησκευτική σφαίρα.
Θ. Επίλογος: Η Εμμαούς ως καθολική εμπειρία
Κάθε μία από τις διαστάσεις που εξετάσαμε φωτίζει μια αλήθεια της αφήγησης χωρίς να την εξαντλεί. Αυτό δεν είναι αδυναμία της ερμηνευτικής μεθόδου — είναι ένδειξη της βάθους του κειμένου. Τα κείμενα που επιβιώνουν είναι αυτά που μπορούν να φέρουν το βάρος πολλαπλών ερωτημάτων.
Η βαθύτερη αλήθεια της «Οδού» ίσως δεν εντοπίζεται στις επιμέρους αναλύσεις αλλά στη συνολική της κίνηση: δύο άνθρωποι φεύγουν από τον τόπο της αποτυχίας, συναντούν έναν ξένο, φιλοξενούν, ανακαλύπτουν, επιστρέφουν. Η κυκλική αυτή δομή — απομάκρυνση , συνάντηση , επιστροφή — είναι η δομή κάθε ουσιαστικής μεταμόρφωσης. Σε αυτή την έννοια, η Εμμαούς δεν είναι ένα γεγονός της ιστορίας της σωτηρίας· είναι μια μορφολογία της ανθρώπινης εμπειρίας.
Γι' αυτό επιστρέφουμε σε αυτή την αφήγηση ,όχι γιατί έχουμε απαντήσεις, αλλά γιατί ακόμα βαδίζουμε. Και ενίοτε, στον δρόμο, κάποιος μας συνοδεύει χωρίς να τον αναγνωρίζουμε αμέσως.
«Καὶ αὐτοὶ διηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.» — Λουκ.
