
Η κλιματική αλλαγή φέρνει στο προσκήνιο νέα δεδομένα για τις δενδροκαλλιέργειες, με τον Λήθαργο της Ακτινιδιάς να εξελίσσεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για τους παραγωγούς. Ο γνωστός γεωπόνος Βασίλης Έξαρχος (υποψήφιος διδάκτωρ Εδαφολογίας με ειδίκευση στην Αειφορική Γεωργία) αναλύει τη σημασία αυτής της βιολογικής διαδικασίας και τις επιπτώσεις των ήπιων χειμώνων στην παραγωγή.
Η «Στρατηγική Επιβίωσης» του Φυτού
Το ακτινίδιο, ως φυλλοβόλο δένδρο, υιοθετεί μια στρατηγική επιβίωσης για να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες του χειμώνα. Κατά την περίοδο αυτή, το φυτό ρίχνει τα φύλλα του, ελαχιστοποιεί τις λειτουργίες του και περιέρχεται σε κατάσταση λήθαργου μέχρι την άνοιξη. Σε αντίθεση με τα αειθαλή δένδρα, όπως η ελιά, που είναι πιο σκληραγωγημένα και διατηρούν το φύλλωμά τους όλο τον χρόνο, η ακτινιδιά απαιτεί αυτή την περίοδο «ανάπαυσης».
Ο λήθαργος ξεκινά τον Δεκέμβριο με την πτώση των φύλλων και ολοκληρώνεται στις αρχές Απριλίου με την έκπτυξη των οφθαλμών. Τα «σήματα» για την έναρξη και τη λήξη αυτής της φάσης δίνονται από τη φύση μέσω των μεταβολών στη θερμοκρασία και τη διάρκεια της ημέρας (φωτοπερίοδος).
Οι Απαιτήσεις σε Ψύχος και οι Συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής
Για να ολοκληρωθεί με επιτυχία ο λήθαργος, το ακτινίδιο διαθέτει έναν εσωτερικό μηχανισμό «καταμέτρησης» ωρών χαμηλών θερμοκρασιών (0-7°C). Οι απαιτήσεις διαφέρουν ανάλογα με την ποικιλία:
Πράσινες ποικιλίες: Τουλάχιστον 700-800 ώρες ψύχους.
Κίτρινες ποικιλίες: Τουλάχιστον 400-500 ώρες ψύχους.
Λόγω της κλιματικής αλλαγής και των όλο και πιο ήπιων χειμώνων, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο να μην συμπληρώνονται αυτές οι ώρες. Παρόλα αυτά, η αύξηση της θερμοκρασίας και του φωτός τον Απρίλιο «αναγκάζει» το φυτό να ξεκινήσει τη βλαστική του περίοδο, ακόμη και αν δεν έχει «κοιμηθεί» επαρκώς.
Η συνέπεια: Η μη συμπλήρωση των ωρών ψύχους οδηγεί σε άμεση ποσοτική και ποιοτική υποβάθμιση των καρπών.
Προσαρμογή και Καλλιεργητικές Φροντίδες
Παρά τη σοβαρότητα του προβλήματος, ο κ. Έξαρχος στέλνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας, τονίζοντας ότι η φύση διαθέτει μηχανισμούς προσαρμογής. Τα φυτά σταδιακά «εγκλιματίζονται» και ενδέχεται να απαιτούν λιγότερες ώρες ψύχους στο μέλλον για να διατηρήσουν τη βιοποικιλότητα και την παραγωγικότητά τους.
Εφόσον δεν υπάρχει άμεση λύση για τις καιρικές συνθήκες, οι παραγωγοί οφείλουν να δράσουν έμμεσα, θωρακίζοντας την υγεία και τη ζωτικότητα των δένδρων τους. Η σωστή διαχείριση μπορεί να μετριάσει τις αρνητικές επιπτώσεις του ατελούς λήθαργου μέσω:
Ορθολογικής λίπανσης και ποτίσματος.
Έγκαιρης φυτοπροστασίας.
Σωστών καλλιεργητικών εργασιών (κλάδεμα, αραίωμα, ρίπερ) στον κατάλληλο χρόνο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόβλημα αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά επηρεάζει εξίσου –ίσως και σε μεγαλύτερο βαθμό– βασικούς ανταγωνιστές μας, όπως η Ιταλία και η Νέα Ζηλανδία.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΜΠΟΝΙΔΗΣ