25.2.26

Το θέμα είναι τώρα τι λες. Για τη μνήμη που δεν συμψηφίζεται και τη συμφιλίωση που μας κράτησε όρθιους


"Και να αδερφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά. Καταλαβαινόμαστε τώρα. Δεν χρειάζονται περισσότερα. Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος. Έτσι να λέμε πια / Τα σύκα σύκα / Και τη σκάφη σκάφη"

Γράφει η Σημέλα Ελ. Ελευθεριάδου
Με αυτούς τους στίχους, ο εξόριστος για τις ιδέες του Γ. Ρίτσος, φωτισμένος από την ανέσπερη ελπίδα του αγωνιστή, μέσα στη σκοτεινιά του εμφυλίου, "έντυσε" με λέξεις τον βαθύ του πόθο: να μπορέσουμε κάποτε να μιλάμε δίχως μίσος.
Πέρασαν τα χρόνια. 
Ήλθε η μεταπολίτευση, άνοιξαν οι φυλακές, άνθισε η προσδοκία για "τον κόσμο τον καλό". Στη ρημαγμένη χώρα του ’74, οι πολιτικοί αντίπαλοι, ανέλαβαν το χρέος, να κουβαλήσουν στις πλάτες τους τη Δημοκρατία.
 Αναγνώρισαν τίμια και γενναία, το ήθος και το ανάστημα του άλλου, όπως απαιτούσε η Πατρίδα. 
Σφίγγοντας τα χέρια, έδωσαν το πολιτικό μήνυμα της συμφιλίωσης. 
Αυτή η νέα αρχή, θεμελιώθηκε με το Σύνταγμα του '75 (η "Καινή Διαθήκη" του δημοκρατικού μας βίου) κι ενισχύθηκε από την πολιτισμική ανάσα μιας κοινωνίας που ξαναέβρισκε τη φωνή της στα μελωποιημένα ποιήματα που μέχρι τότε η λογοκρισία κρατούσε στη σκιά.

Ήταν ο κόσμος ο καλός τότε. Χιλιομπαλωμένος, αλλά δεν ήταν και για λύπη. Ένας κόσμος που παραδόθηκε από τους προηγούμενους στους επόμενους, με την απαίτηση να μείνει όρθιος. Πολιτικό σύστημα και κοινωνία ανταποκρίθηκαν για πολύ καιρό σε αυτήν την ευθύνη.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. 
‘Έφυγαν» οι θεματοφύλακες της συμφιλίωσης και μαζί τους έφυγε το «πρέπος» και το μέτρο στις κουβέντες. 
Η γενιά που βίωσε τον διχασμό λιγόστεψε. Σήμερα, στην εποχή που κάποιοι αποκαλούν «μεταπολίτευση της μεταπολίτευσης», η μνήμη δοκιμάζεται και το δημοκρατικό ήθος φθείρεται.

Και τώρα που ο συμψηφισμός «όλοι το ίδιο είναι» γίνεται εύκολη καταφυγή, «Το θέμα είναι τώρα τι λες.» (Μ. Αναγνωστάκης). 
Τώρα που υψώθηκαν τραχιές φωνές και κάποιοι παραληρούν αλαλάζοντας, όχι από το παρασκήνιο αυτήν τη φορά, αλλά στο προσκήνιο. 
Τώρα που κάποιοι επενδύουν ξανά στον φόβο, στη θέα ανθρώπων που δεν βολεύτηκαν «παρά μόνο στον ήλιο και το δίκιο» και που διώχθηκαν για την ιδεολογία τους, αλλά στάθηκαν αγέρωχοι στον θάνατο, ως Έλληνες, τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο. 
Η ιδεολογία τους δεν ακυρώνει τη θυσία τους. Όπως και η ιδεολογική διαφορά δεν αναιρεί το κοινό μας έδαφος: τη Δημοκρατία.

Άνθρωποι με φτωχικά ρούχα, είχαν περίσσευμα αγάπης και αυταπάρνησης για την Πατρίδα και τους ανθρώπους της. 
Όμοιοι, στην αξιοπρέπεια της στάσης τους, με όσους έπεσαν στο έπος του ’40.
Αν αδικούμε τέτοιους ανθρώπους, θα χαθούμε. Αυτή η μικρή χώρα, «το πέτρινο ακρωτήρι της Μεσογείου, δεν έχει άλλο αγαθό από τον αγώνα του λαού της». (Γ. Σεφέρης). 
Τώρα, περισσότερο από ποτέ, η Πατρίδα, απαιτεί, την ελάχιστη γενναιότητα, να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται.
 «Τώρα που ο κόσμος ολοένα στενεύει, κανείς δεν περισσεύει».
Σήμερα, ωσάν τα νήπια, πρέπει να μάθουμε ξανά, να μιλάμε ήσυχα κι απλά. 
Να μάθουμε ξανά, την ΑΒ της εθνικής συμφιλίωσης. 
Σήμερα, απαιτείται το θάρρος να αντικρίσουμε το παρελθόν (ακόμα και το τραυματικό) χωρίς μίσος, ώστε να μπορούμε να ζήσουμε το παρόν. σταθούμε αντάξιοι, όλων όσων θυσιάστηκαν. 
Όχι ως θεατές, αλλά ως μέτοχοι της ευθύνης.