3.2.26

ΜΝΗΜΗ ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΡΙΜΠΑ (28/9/1893-21/1/1984)


Ο Γιάννης Σκαρίμπας δεν ήταν απλώς ένας λογοτέχνης, ήταν ένας γλωσσικός αναρχικός, ένας ονειροπόλος ,ένας ακροβάτης του παράλογου που ζούσε ανάμεσα στη Χαλκίδα και το φεγγάρι.
ΧΑΛΚΙΔΑ
(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νάν' σπασμένοι οι δρόμοι,
 νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!
Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: 
Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ' όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…
Έτσι έλεγα! 
Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν' σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.
Τώρα;
 Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν' σπασμένοι, νά φυσά απ' τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .
Αν η ελληνική γραμματεία ήταν ένα τακτοποιημένο αστικό σαλόνι, ο Γιάννης Σκαρίμπας θα ήταν ο επισκέπτης που μπήκε από το παράθυρο, φορώντας ανάποδα το σακάκι του και αρνούμενος να βγάλει το καπέλο. Δεν έγραψε απλώς λογοτεχνία, αναποδογύρισε το τραπέζι της γλώσσας, σκορπίζοντας τις λέξεις σαν ζάρια που αρνούνται να κάτσουν στατιστικά.
Για τον Σκαρίμπα, η γλώσσα δεν ήταν εργαλείο συνεννόησης, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που έπρεπε να εκπαιδευτεί στην ανυπακοή. Στα χέρια του, η δημοτική μπερδεύεται με την καθαρεύουσα σε έναν χορό ειρωνείας. Σπάει τις συντάξεις, εφευρίσκει λέξεις, γελάει με τους σοβαροφανείς.
«Η γλώσσα είναι σαν το νερό», έμοιαζε να λέει, «αν δεν την ταράξεις, βαλτώνει».

Δεν τον ένοιαζε η «ορθότητα», αλλά η δόνηση. Στο έργο του, το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος: σαρκαστικός, τρυφερός, με μια μελαγχολία που κρύβεται πίσω από το γέλιο μιας μαριονέτας.
Η Χαλκίδα του δεν ήταν μια επαρχιακή πόλη, αλλά ένα σκηνικό θεάτρου σκιών. Εκεί, στα «τρελά νερά» του Ευρίπου, ο Σκαρίμπας είδε την αντανάκλαση ενός κόσμου που αρνείται να σοβαρευτεί. Οι ήρωές του —ο Μαριάμπας, ο Φιγκαρό— είναι φιγούρες που περπατούν στο μεταίχμιο μεταξύ φθοράς και ονείρου.
Δεν είναι τυχαίο ότι αγάπησε τον Καραγκιόζη. Όπως εκείνος, έτσι και ο Σκαρίμπας ήταν ο «αιώνιος φτωχοδιάβολος» που αντιμετώπιζε την τραγωδία της ύπαρξης με έναν αστεϊσμό, μετατρέποντας την απόγνωση σε υψηλή τέχνη.
Στα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του, η πραγματικότητα είναι μια οφθαλμαπάτη. Οι άνθρωποι μοιάζουν με κουρδισμένα παιχνίδια που κάποια στιγμή τους τελειώνει το ελατήριο. Υπάρχει μια βαθιά, σχεδόν μεταφυσική μοναξιά στον Σκαρίμπα, την οποία όμως ντύνει με τα φανταχτερά ράκη του σουρεαλισμού.
Ήταν ένας μοντερνιστής πριν από την εποχή του, ένας άνθρωπος που κατάλαβε ότι το παράλογο είναι η μόνη λογική απάντηση σε έναν κόσμο που παριστάνει τον λογικό.
Ο Σκαρίμπας δεν ανήκει σε σχολές. Είναι μια κατηγορία από μόνος του. Παραμένει ο «αιρετικός» της Χαλκίδας, ο ποιητής που μας δίδαξε ότι για να δεις την αλήθεια, πρέπει μερικές φορές να κοιτάξεις τον κόσμο ανάποδα, μέσα από έναν σπασμένο καθρέφτη.

Θα ήθελα να ρίξουμε μια ιδιαίτερη ματιά στη ποίηση του Σκαρίμπα ,γιατί είναι το σημείο όπου ο «γλωσσικός αναρχικός» συναντά τον «ευαίσθητο ερημίτη». Αν τα πεζά του είναι ένας θορυβώδης δρόμος στη Χαλκίδα, τα ποιήματά του είναι το μοναχικό σφύριγμα κάποιου που περπατάει στις γραμμές του τρένου μέσα στη νύχτα.
Αν θα έπρεπε να δώσουμε έναν ορισμό στην ποίηση του Σκαρίμπα, αυτός θα ήταν η λυρική γεωμετρία του παράλογου. Δεν επιδίωξε ποτέ την «ωραία» εικόνα με την παραδοσιακή έννοια. Αντίθετα, αναζήτησε την ομορφιά μέσα στο στραβό, το ελλιπές και το εκκεντρικό.

Για τον Σκαρίμπα, ο στίχος ήταν μια παρτιτούρα. Συχνά η σημασία των λέξεων υποχωρεί μπροστά στον ήχο τους. Χρησιμοποιεί εσωτερικές ομοιοκαταληξίες, παρηχήσεις και λέξεις που μοιάζουν με λεκτικά πυροτεχνήματα. Η ποίησή του δεν διαβάζεται μόνο με τα μάτια, αλλά με το αυτί· είναι μια μουσική που θυμίζει λατέρνα που έχει χαλάσει, αλλά συνεχίζει να παίζει τον πιο γλυκό σκοπό.»

Στα ποιήματά του κατοικεί μια στρατιά από φιγούρες που μοιάζουν να βγήκαν από το Θέατρο Σκιών ή από ένα μελαγχολικό τσίρκο. Ο ίδιος ο ποιητής συχνά αυτοσαρκάζεται, παίρνοντας τον ρόλο του κλόουν ή της μαριονέτας.
«Είμαι ένας άνθρωπος που παίζει το ντέφι του κάτω από το παράθυρο του Θεού, όχι για να τον εξευμενίσει, αλλά για να τον κάνει να χαμογελάσει».
Αυτή η σύνδεση με τον Καραγκιόζη δεν είναι τυχαία. Η ποίησή του είναι μια αισθητική της σκιάς: έντονες αντιθέσεις, δισδιάστατες φιγούρες που όμως κουβαλούν όλο το βάρος της ανθρώπινης μοίρας.

Τα Εμβληματικά στοιχεία στη ποίηση του Σκαρίμπα είναι :
Το Φεγγάρι. Δεν είναι το ρομαντικό φεγγάρι των ερωτευμένων, αλλά ένας «κίτρινος ναύτης» ή ένας «χλωμός θεατρίνος» που κοροϊδεύει τη σοβαρότητα του κόσμου.
Η Θάλασσα.Μια υγρή σκηνή όπου τα πλοία (συχνά «σπασμένα καράβια») ταξιδεύουν προς το πουθενά, συμβολίζοντας τη ματαιότητα και την ελευθερία.
Το «Ουλάντ». Η αναφορά του σε φανταστικούς τόπους ή ονόματα (όπως το θρυλικό «Ουλάνουμ») δείχνει την ανάγκη του να δραπετεύσει από την πεζή πραγματικότητα σε μια γεωγραφία του ονείρου.
Ίσως η πιο εμβληματική στιγμή της ποίησής του (που έγινε ευρύτερα γνωστή και μέσα από τη μελοποίηση) είναι το «Σπασμένο Καράβι». Εδώ, η απαισιοδοξία μετατρέπεται σε ύψιστη αισθητική πράξη. Το καράβι που δεν φτάνει πουθενά δεν είναι μια ήττα, αλλά η αποδοχή ότι το ίδιο το ταξίδι -με όλες τις ρωγμές του- είναι η μόνη μας περιουσία. Το ποίημά του «Σπασμένο καράβι» είναι φανερό ότι το έγραψε έχοντας στο μυαλό του το όραμα ενός κόσμου, όπου ο μόνος ζωντανός άνθρωπος είναι αυτός μέσα σε ένα άψυχο φυσικό τοπίο. 
Πρόκειται για μια θαυμάσια εξωτερίκευση των ψυχικών εικόνων του ποιητή, για μια «φανταστική πραγματικότητα» ενός ακίνητου, νεκρού κόσμου που ο Σκαρίμπας την ονειρεύεται και τη μεταστοιχειώνει σε ποίηση.
Σπασμένο καράβι να 'μαι πέρα βαθιά
έτσι να 'μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι
Να 'ν' αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω
Να 'ν' η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να 'ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ' αστέρια μακριά
να κοιτάνε
Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι
Έτσι να 'μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να 'μαι
σ' αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι.
Σήμερα, η φωνή του αντηχεί ακόμα στις προβλήτες, θυμίζοντάς μας πως η μεγαλύτερη ελευθερία είναι να μπορείς να γελάς με τον εαυτό σου, την ώρα που το φεγγάρι σε σημαδεύει κατάστηθα.
Η ποίηση του Σκαρίμπα είναι, επίσης μια πρόσκληση στην ανυπακοή. Μας καλεί να αγαπήσουμε τα λάθη μας, να γελάσουμε με τη θλίψη μας και να καταλάβουμε ότι η αληθινή τέχνη δεν βρίσκεται στο τέλειο άγαλμα, αλλά στο σπασμένο κομμάτι μάρμαρο που ακόμα εκπέμπει φως.