5.2.26

Στις 18 του μήνα τελειώνει ο μισθός για το 62,1% των ελληνικών νοικοκυριών

Για τα περισσότερα νοικοκυριά το εισόδημα επαρκεί κατά μέσο όρο για μόλις 18 ημέρες, αφήνοντας σχεδόν ακάλυπτες τις τελευταίες δύο εβδομάδες του μήνα. Ακόμη όμως και στο σύνολο των νοικοκυριών, ανεξαρτήτως εισοδηματικού επιπέδου, το μηνιαίο εισόδημα φτάνει μεσοσταθμικά για περίπου 23 ημέρες, στοιχείο που δείχνει ότι η οικονομική πίεση είναι πλέον γενικευμένη.

Η επιδείνωση είναι εμφανής και σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Στην έρευνα που αφορούσε το 2024, το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωνε ότι δεν βγάζει τον μήνα ανερχόταν στο 60%, ενώ το εισόδημα επαρκούσε τότε κατά μέσο όρο για 19 ημέρες. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή αριθμητικά, αποτυπώνει όμως τη σταθερή και συνεχή φθορά του διαθέσιμου εισοδήματος.

Οι συντάκτες της έρευνας επισημαίνουν ότι το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με βάση τις τρέχουσες εξελίξεις. Παρότι ο πληθωρισμός εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης και οι μισθοί έχουν αυξηθεί, οι πιέσεις της ακρίβειας λειτουργούν σωρευτικά. Οι απώλειες που υπέστησαν τα εισοδήματα κατά τη διάρκεια της πολυετούς οικονομικής κρίσης δεν έχουν αναπληρωθεί, με αποτέλεσμα κάθε νέα επιβάρυνση στο κόστος ζωής να βρίσκει τα νοικοκυριά με περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης.

Το κλίμα αυτό αντανακλάται και στη διάθεση των καταναλωτών. Τον Ιανουάριο, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα υποχώρησε στις -50,3 μονάδες, από -47 μονάδες τον Δεκέμβριο. Οι προβλέψεις των νοικοκυριών για τη δική τους οικονομική κατάσταση, αλλά και για την πορεία της οικονομίας συνολικά, επιδεινώνονται, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η πρόθεση για μεγάλες αγορές, καθώς η αβεβαιότητα οδηγεί σε μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, τα νοικοκυριά προχωρούν σε εκτεταμένες περικοπές δαπανών προκειμένου να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Το 39,3% δηλώνει ότι περιορίζει τις εξόδους και τη διασκέδαση, το 35,2% μειώνει τις αγορές ρούχων και παπουτσιών, ενώ το 34,6% περιορίζει τις ημέρες διακοπών. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι περικοπές επεκτείνονται και σε κρίσιμους τομείς, καθώς το 10,2% των νοικοκυριών μειώνει δαπάνες για την υγεία, το 10,1% περιορίζει έξοδα που αφορούν την ασφάλιση και τη συντήρηση του αυτοκινήτου και το 8,5% δηλώνει ότι περικόπτει δαπάνες για την εκπαίδευση.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι για άλλη μια χρονιά, περισσότεροι από 1 στους 3 (36,4%) καθυστέρησαν επίσκεψη σε γιατρό, τη λήψη ιατρικής φροντίδας ή την περίθαλψη λόγω οικονομικής στενότητας. Για τον ίδιο λόγο, το 23,2% καθυστέρησε την πληρωμή ρεύματος, το 20,2% την πληρωμή θέρμανσης και το 9,5% την πληρωμή φροντιστηρίων, εκπαίδευσης ή βρεφονηπιακού σταθμού για παιδιά.

Συγκριτικά με τον Ιανουάριο του 2025, όλες οι καθυστερήσεις πληρωμών μειώνονται, πλην της οριακής αύξησης κατά 0,3% της επίσκεψης σε γιατρό: ρεύματος από 28,2% σε 23,2%, θέρμανσης από 22,8% σε 20,2% και φροντιστηρίου εκπαίδευσης από 10,5% σε 9,5%.