6.1.26

Ζηλοτυπία

«Η αγάπη μακροθυμεί, επιζητάει το καλό. Η αγάπη δε φθονεί. Η αγάπη δεν καυχησιολογεί, δεν αλαζονεύεται, 5 δε φέρεται άπρεπα, δεν κυνηγάει το δικό της συμφέρον, δεν κυριεύεται από θυμό, δεν κρατά λογαριασμό για το κακό που της κάνουν, 6 δε χαίρεται για την αδικία, αλλά μετέχει στη χαρά για την επικράτηση της αλήθειας. 7 Όλα τα καλύπτει, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει» (Α΄ Κορινθίους 13:4–7)

Όπως ένας μισοπεινασμένος, τυφλωμένος από τον θυμό αρουραίος που τριγυρίζει στους δύσοσμους υπονόμους κάτω από τους δρόμους, έτσι είναι και ο άνθρωπος που είναι φυλακισμένος μέσα στον ασφυκτικό κύκλο της εγωιστικής ζήλιας. Παγιδευμένος από την πίκρα και άρρωστος από την οργή, τρέφεται με τη βρωμιά της ίδιας του της φαντασίας.

«Γιατί η ζηλοτυπία ανάβει τη μανία στο σύζυγο, και θα ’ναι ανελέητος τη μέρα της εκδίκησης. »Παροιμιών (6:34),

Οι Εβραίοι, την εποχή που γραφόταν η Παλαιά Διαθήκη, χρησιμοποιούσαν μία μόνο λέξη για τη ζήλια: κουά-να, που σήμαινε «να κοκκινίζω έντονα». Η λέξη περιέγραφε κάποιον του οποίου το πρόσωπο κοκκίνιζε, καθώς το αίμα ανέβαινε απότομα και φανέρωνε το ξέσπασμα του συναισθήματος. Για να φανεί η σκληρή ειρωνεία της γλώσσας, οι λέξεις «ζήλος» και «πάθος» προέρχονται από την ίδια ρίζα με τη «ζήλια».

Να πώς συμβαίνει αυτό: αγαπώ κάτι πάρα πολύ — ίσως υπερβολικά. Το κυνηγώ με ζήλο. Θέλω, στην πραγματικότητα, να το κατέχω ολοκληρωτικά. Όμως αυτό που αγαπώ γλιστρά από τα χέρια μου και περνά σε κάποιον άλλον. Τότε αρχίζω να νιώθω το βασανιστικό τσίμπημα της ζήλιας. Παράξενα, τα συναισθήματα του ζήλου και της αγάπης αρχίζουν να αλλάζουν. Με τη σκοτεινή, μεταμορφωτική δύναμη της αμαρτίας, η αγάπη μου γίνεται μίσος. Πριν ήμουν ανοιχτός, χαρούμενος, γεμάτος υπέροχη χαρά. Όχι πια! Τώρα είμαι κλεισμένος σε έναν στενό χώρο εσωτερικής οργής, έντονα και παράλογα θυμωμένος.

Η ζήλια και ο φθόνος συχνά χρησιμοποιούνται σαν να είναι το ίδιο, όμως υπάρχει διαφορά. Ο φθόνος ξεκινά με άδεια χέρια και θρηνεί για ό,τι δεν έχει. Η ζήλια δεν είναι ακριβώς έτσι. Ξεκινά με γεμάτα χέρια, αλλά απειλείται από την απώλεια αυτών που έχει. Είναι ο πόνος να χάνω αυτό που κατέχω προς κάποιον άλλον, παρόλες τις προσπάθειές μου να το κρατήσω. Γι’ αυτό και η βασανιστική κραυγή του Οθέλλου, όταν φοβάται πως χάνει τη Δυσδαιμόνα:

«Καλύτερα να ’μουν βάτραχος
και να ζω με την υγρασία μιας φυλακής,
παρά να κρατώ μια γωνιά απ’ αυτό που αγαπώ
για χρήση άλλων.»(Οθέλλος, Γ΄ Πράξη, σκηνή 3)

Αυτή ήταν η αμαρτία του Κάιν. Ζήλευε τον Άβελ. Μισούσε το γεγονός ότι ο Θεός δέχτηκε τη θυσία του αδελφού του. Σίγουρα το πρόσωπό του ήταν κόκκινο από θυμό συγκίνηση και τα μάτια του γεμάτα οργή, καθώς ο Θεός χαμογελούσε στη θυσία του Άβελ. Μόνο όταν το ζεστό αίμα του Άβελ χύθηκε στα σκληρά χέρια του Κάιν, η ζήλια καταλάγιασε. Ο Σολομώντας θα μπορούσε να είχε γράψει τον επιτάφιο λόγο στον τάφο του Άβελ:

«η ζηλοτυπία είναι σκληρή σαν τον άδη·οι φλόγες της είναι φλόγες φωτιάς» (Άσμα Ασμάτων 8:6)

Όποιος έχει ελευθερωθεί από αυτό το καταραμένο παράσιτο γνωρίζει πολύ καλά πόση ζημιά προκαλεί. Η ζήλια διαλύει φιλίες, σκοτώνει έρωτες και καταστρέφει γάμους. Δημιουργεί ένταση ανάμεσα σε επαγγελματίες. Ακυρώνει την ενότητα σε μια ομάδα… διαλύει μια εκκλησία… χωρίζει κήρυκες… καλλιεργεί ανταγωνισμό σε μια χορωδία, φέρνοντας πικρία και κατηγορίες ανάμεσα σε ταλαντούχους μουσικούς και ικανούς τραγουδιστές. Με μισόκλειστα μάτια, η ζήλια αμφισβητεί τα κίνητρα και θρηνεί για την επιτυχία του άλλου. Γίνεται σκληρή, καχύποπτη, στενόμυαλη και αρνητική.

Ξέρω τι λέω. Έζησα πολλά από τα πρώτα μου χρόνια μέσα στους σκοτεινούς, αποπνικτικούς υπόγειους σωλήνες της ζήλιας, αναπνέοντας τα δηλητηριώδη αέρια της και υπακούοντας στις εντολές της. Ήταν φοβερό μαρτύριο.

Όμως τελικά, με τη χάρη του Ιησού Χριστού, κατάλαβα πως δεν χρειαζόταν να ζω στο σκοτάδι. Σύρθηκα έξω… και το απελευθερωτικό φως του ήλιου της ελευθερίας κατέκτησε την καρδιά μου. Ο αέρας ήταν τόσο φρέσκος και καθαρός. Αχ, τι διαφορά έκανε! Είναι καθαρή απόλαυση.
Ρωτήστε τη γυναίκα μου.


του ποιμένα Charles R. Swindoll

Επιλογή κειμένου 
από τον κ.  Γεώργιο Τζώρτζη Κανταρτζή