Φιγούρα θελκτική, αέρινη νεράιδα, θαρρείς απόκοσμη,
λυγερή καλλονή,
μεγάλαυχος ο χορός σου,
χορεύεις -κορυφαία του χορού αρχαίας τραγωδίας,
ανατολίτικα χορικά,
αγγίζεις με την αύρα σου τα εξημμένα πάθη,
στο χαμαιτυπείο της πολυανδρίας,
με μάτια κλειστά, βλέπεις τους εξιδρωματικούς πόθους μες στο σκοτάδι,
χαμόγελο στα ηδονόχαρα χείλη,
περιπαιχτικό,
κορμί πολυπόθητο, εκφραστικό και μεγαλόπρεπο,
σιωπηλή φιγούρα
ανθισμένη αμυγδαλιά
στου χειμώνα το κρύο ζεστή ελπίδα,
πιο ζεστή από το κόκκινο κρασί και από τη φλόγα στο δαδί,
τα άνθη σου, μηνύματα ερωτικά,
με προσήνεια καλοδεχούμενα, μόνη γητεύτρα,
τη νύχτα περικοσμείς, στο χοροστάσι του γλεντιού,
αλησμόνητη, σα μέγγενη τον πόθο θα σμιλεύεις,
σε κάθε όνειρο θα μείνεις,
και στ’ όνειρο
θα αντρώνονται πρόθυμα παλικάρια.
(ΣΑΝ) ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ
Μια ζωή σε σμίλευα,
σε αστραφτερό μάρμαρο, με το κοπίδι του μυαλού, προσεκτικά,
κάθε γραμμή, κάθε καμπύλη σου,
σα γλυπτό σε λάξευα,
τέλειο δημιούργημα,
απαράμιλλης ομορφιάς.
Μισή ζωή ξόδεψα,
να σε στολίζω,
διαμάντια και ρουμπίνια και χαμόγελα.
Μοιάζεις Καρυάτιδα, όμοια η Αφροδίτη,
πιο όμορφη απ’ τη Γλυκέρα, αντάξια της Λαΐδας,
όμορφη σαν άγαλμα εκπάγλου καλλονής.
Δεν υπήρξες ποτέ,
κι όμως σ’ αναζητώ.
Σου έγραψα τραγούδια,
σε ύμνησα με ποιήματα,
τόσοι και τόσοι μαζί μου,
στα όνειρά τους σε μοιράστηκαν.
Ικετεύω,
την ανάσα σου,
χτύπους στην καρδιά σου,
πνοή να φουσκώσει το στήθος σου,
αίμα να κυλήσει στις φλέβες σου,
σάρκα να γίνει το μάρμαρό σου.
Σ’ αναζητώ, σ’ αναζητώ στα όνειρα...
Ξεστράτισες ίσως στον χρόνο
μα στον δρόμο μου μια μέρα, το ξέρω, θα ’ρθεις.
Γιατί σε σμίλεψα -σα- να υπάρχεις και είναι σίγουρο πως κάπου υπάρχεις.
Υπάρχεις;
