Καημός, αλήθεια, να περνώ του έρωτα πάλι το στενό,ώσπου να πέσει η σκοτεινιά, μια μέρα του θανάτου…
Στενό βαθύ και θλιβερό, που θα θυμάμαι για καιρό,
τι μου στοιχίζει στην καρδιά, το ξαναπέρασμά του.
Ας είναι, ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,
στερνό φιλί, πρώτο φιλί, και με λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα το φιλί, που μου το τάξανε πολλοί,
κι όμως δεν μπόρεσε κανείς, ποτέ, να μου το δώσει.
Ίσως μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας πάλι στο βυθό,
και με τη Νύχτα, μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,
αυτό το ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,
σα μια παλιά της οφειλή, να μου το ξαναφέρει!
*
[ΕΙΝΑΙ ΓΛΥΚΟΘΛΙΜΜΕΝΑ…]
Είναι γλυκοθλιμμένα τα ματάκια σου
Κι είναι η ψυχή μου τόσο πονεμένη!
Μέσ’ από το γλυκόλαλο χειλάκι σου
Ουράνιο μύρο αγάπης ανασαίνει…
Μακρυά σου τι με νοιάζει αν γλυκοχάραμα
Ροδίζει στα βουνά τα χρυσωμένα;
Αυγούλες κρυσταλλένιες και ολογάλανες
Τα μάτια σου μονάχα είναι για μένα!
Νύχτα και μέρα εγώ διψώ τη μέθη τους,
Είναι η ψυχή μου τόσο πονεμένη
Ολόγλυκα η λαχτάρα μου και η θλίψη μου,
Σαν ίσκιος, μ’ ένα γέλιο σου πεθαίνει!
Υγρά τα μάτια μου είναι από τα κλάματα…
Οι νύχτες, τα φεγγάρια τα θλιμμένα,
Η θάλασσα, το φως, τα ροδοσύννεφα
Σιμά σου μοναχά, γλυκό τρελόπαιδο,
Λάμπουν και φέγγουν κι είναι ωραία για μένα!
*
"ΤΟ ΑΠΛΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ"
Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ, δεν έζησε στα πλούτη,
δεν έχει τρόπους να φερθεί και μήτε να ντυθεί,
– μα ’ναι το πιο καλό παιδί, που μες στην πλάση τούτη,
μπορεί ν’ απαντηθεί!
Δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι,
τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά,
– μα το μεγάλωσε το φως, αυτό που μεγαλώνει
τα ξένοιαστα πουλιά…
Κι άλλοτε μου ’τυχε ξανά στο διάβα κάποιου δρόμου,
να περπατήσω συντροφιά με διάφορα παιδιά,
– μ’ αυτό, σεμνό και ταπεινό, βαδίζει στο πλευρό μου,
σα μια μικρή καρδιά…
Κι όταν των άλλων των παιδιών τα λούσα βλέπει πλάι,
κι αυτό δεν έχει πιο καλό κοστούμι να ντυθεί,
τότε γυρίζει τη ματιά και μου χαμογελάει,
να παρηγορηθεί…
*
"Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ"
Η ψυχή μου βαδίζει στο πλευρό μου,
σ’ όλο το μάκρος του μεγάλου δρόμου,
– μα αν και βαδίζουμε έτσι, πάντα πλάι,
ποτέ δε με κοιτάει, δε μου μιλάει
Θαρρείς και κουβεντιάζουμε σα φίλοι,
κι όμως δε βγαίνει λέξη από τα χείλη,
βαδίζουμε σκυμμένοι και θλιμμένοι,
πάντα σαν αδελφοί, – και πάντα ξένοι…
Η ψυχή μου βαδίζει στο πλευρό μου,
σ’ όλο το μάκρος του μεγάλου δρόμου,
και μες στη νύχτα που μας ανταμώνει,
πάντα μαζί, – κι ωστόσο πάντα μόνοι…
Μαζί στο δρόμο, περπατάμε, Θε μου,
μα τι ζητά, δεν το ‘μαθα ποτέ μου,
κι είν’ έτσι πάντα αμίλητη, κι αν ταίρι,
– που λέω, πολλές φορές, πως δε με ξέρει!
Η ψυχή μου βαδίζει στο πλευρό μου:
και τώρα νιώθω, μ’ ένα ρίγος τρόμου,
πως σαν έρθ’ η στιγμή να χωριστούμε,
θα χαθούμε, χωρίς να γνωριστούμε…
.....
"ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ"
Φθινόπωρο σ' αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαδιά γυμνά για
το χειμώνα,
που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
κι είναι τα βράδια μόνα...
Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ' έχει φέρει τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;
Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
Και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
Να 'ρχομαι πάλι να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη
Σαν μια ελεημοσύνη!
Σ' αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα...
Μ' αλήθεια να σ' αγάπησα - ή μην είν' ανατριχίλα
του ερχόμενου χειμώνα...
Φθινόπωρο σ' αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαδιά γυμνά για
το χειμώνα,
που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
κι είναι τα βράδια μόνα...
Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ' έχει φέρει τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;
Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
Και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
Να 'ρχομαι πάλι να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη
Σαν μια ελεημοσύνη!
Σ' αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα...
Μ' αλήθεια να σ' αγάπησα - ή μην είν' ανατριχίλα
του ερχόμενου χειμώνα...
